Τη μέρα που στέρεψε ο Λάδωνας. Η ψυχοκόρη

Γράφτηκε από την

ti mera pou sterepse o ladonas Likoudi Η Αιμιλία χάνει τον πατέρα της και στην τρυφερή ηλικία των οχτώ χρόνων η μητέρα της, μη μπορόντας να ανταπεξέλθει στην ανατροφή των δύο της κορών, τη δίνει ως ψυχοκόρη στην ξαδέρφη της Άννα και τον άντρα της, τον Λουκά. Και έτσι η μικρή Αιμιλία από το χωριό του κάμπου βρίσκεται ξαφνικά στο χωριό του βουνού. Η Αιμιλία ποτέ δεν συγχώρησε τη μητέρα της. Ο πόνος της εγκατάλειψης και το «γιατί» στοιχειώνουν την ψυχή της, ακόμα κι όταν κατάφερε να γίνει μία από τις κορυφαίες γιατρούς – χειρουργός ογκολόγος.

Αφορμή, για να βγει στην επιφάνεια ο πόνος αυτός και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση με τη μητέρα της, είναι η εμφάνιση της νεκρής γιαγιάς της, Αναστασία, κατά τη διάρκεια της εγχείρησης καρκίνου που πραγματοποιεί στη μητέρα της.

Και εκεί, μέσα στην ψυχρή αίθουσα του χειρουργείου, η Αιμιλία μεταφέρεται στη Λυκούρια, το βουνίσιο χωριό, και τον ποταμό Λάδωνα, όπου έζησε το θαύμα της σωτήριας όταν αυτός στέρεψε. Μέρα σημαδιακή, καθώς από τη στιγμή εκείνη οι συγχωριανοί την είδαν με διαφορετική ματιά. Μέρα μοναδική, καθώς ο Λάδωνας δεν είχε στερέψει ποτέ ξανά.

Η Αιμιλία κάνει μία αναδρομή στην ιστορία της οικογένειάς της, έτσι όπως τη θυμάται από τις ιστορίες της γιαγιάς Αναστασίας. Και μέσα από αυτές τις ιστορίες ξεπηδούν τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, η παράδοση του τόπου και οι αντιλήψεις του τότε. Μέσα από την όμορφη, ήρεμη, γραφή της κυρίας Λυκούδη έρχεσαι σε επαφή με μία άλλη εποχή, τόσο μακρινή, τόσο δύσκολη και τόσο ξένη. Μέσα από την αναδρομή αυτή η Αιμιλία διαπιστώνει πόσο δυνατές ήταν οι γυναίκες της οικογένειάς της, το τσαγανό τους να αντισταθούν στα κοινωνικά δεδομένα και να ακολουθήσουν την καρδιά τους. Μέσα από την αναδρομή της Αιμιλίας ξεπηδά η σχέση μητέρας – κόρης, ένας δεσμός που δεν κόβεται ακόμα κι αν η μητέρα αποχωριστεί το παιδί της. Διαφαίνονται οι δυσλειτουργικές σχέσεις και πόσο αυτές σημαδεύουν την ψυχή του παιδιού.

Η ιστορία της Αιμιλίας αποτελεί μία μοναδική σκιαγράφηση των πιστεύω των ανθρώπων, της πίστης σε δοξασίες και δεισιδαιμονίες, προλήψεις και προκαταλήψεις. Όμως, πέρα από τις περιγραφές, πέρα από τους πρωταγωνιστές, υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που σε κάνει να μεταφερθείς στην εποχή εκείνη. Η χρήση της ντοπιολαλιάς. Είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο δίνει έναν άλλον αέρα στο βιβλίο, το φέρνει ακόμα πιο κοντά στην εποχή του. Και αυτό είναι κάτι που εμένα προσωπικά μου αρέσει ιδιαίτερα στα βιβλία εποχής, καθώς μου προσφέρουν τη δυνατότητα να μεταφερθώ στο τότε, όσο κι αν αυτό με δυσκολεύει. Και φυσικά δείχνει τόσο τον δεσμό της κυρίας Λυκούδη με τον τόπο της, την αγάπη της για αυτόν, αλλά και τη μελέτη της για την γλωσσική παράδοση της περιοχής.

Όλο αυτό το ταξίδι στη Λυκούρια Καλαβρύτων, στις όχθες του Λάδωνα και στην παιδική ηλικία της Αιμιλίας, συνοδεύεται με τις έντονες περιγραφικές εικόνες της περιοχής, τις ζωντανές εικόνες της φύσης, του χωριού, του Λάδωνα. Σε κάθε γραμμή, σε κάθε σελίδα, οι περιγραφές της κυρίας Λυκούδη σε μεταφέρουν σε γάργαρα νερά, σε καταπράσινα δάση, σε πλακόστρωτα και χωματένια δρομάκια, στο σχολείο του χωριού, στην Εκκλησία και στα βουνά με τα ζώα των χωρικών.

Περπατήστε στα σοκάκια της Λυκούριας, βυθίστε τα πόδια σας στα νερά του Λάδωνα μέχρι «Τη μέρα που στέρεψε ο Λάδωνας», ακολουθήστε την προσπάθεια την Αιμιλία να νικήσει τους δικούς της πόνους και φόβους και φτάστε στην κάθαρση της ψυχής της.

     

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα