kroyaziera 5

Το πρωί τους βρήκε στη μέση της Αδριατικής. Η Καλλιρόη, όμως, ξύπνησε με ένα βάρος στην καρδιά. «Καλημέρα, αγάπη μου» της είπε ο Αχιλλέας, ο οποίος ήδη ετοιμαζόταν για να κατέβουν στην τραπεζαρία για φαγητό. «Καλημέρα» απάντησε η Καλλιρόη κάπως ψυχρά και ο Αχιλλέας την κοίταξε παραξενεμένος. «Τι συμβαίνει; Τι έχεις;» τη ρώτησε. «Δεν ξέρω ρε αγάπη μου. Έχω ένα βάρος στην καρδιά. Κάτι κακό νοιώθω ότι θα συμβεί». Εκείνος πήγε προς το μέρος της, έβαλε τα δυο του χέρια στα μάγουλα της και κοιτάζοντάς την στα μάτια της είπε: «Αγάπη μου. Ηρέμησε. Τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί. Είναι το άγχος του πρώτου μεγάλου ταξιδιού». Και με ένα φιλί στο μέτωπο, την έστειλε στο μπάνιο να πλυθεί και να ετοιμαστεί για το πρωινό.

Στην τραπεζαρία η ανησυχία της Καλλιρόης εντάθηκε. «Ρε, μωρό μου. Κάτι συμβαίνει. Πολύ λίγο κόσμο έχει η τραπεζαρία. Αλλά και σε στο υπόλοιπο κρουαζιερόπλοιο την ώρα που κατευθυνόμασταν προς τα εδώ, δεν συνάντησα ούτε έναν από το πλήρωμα. Σε αντίθεση με χτες που βρίσκονταν παντού». Ο Αχιλλέας άρχισε να ανησυχεί και αυτός. Αλλά για άλλους λόγους. Η Καλλιρόη παραλογιζόταν. Τι ήταν αυτά που του έλεγε; Όλοι ήταν εκεί. Ή σχεδόν όλοι. Το πλήρωμα, οι επιβάτες. Πώς γινόταν αυτή να μην τους βλέπει; Και τι ήταν αυτό που την βάραινε; Και τότε συνειδητοποίησε τι συμβαίνει. Και τότε προσπάθησε να της φέρει την αλήθεια όσο πιο μαλακά γίνεται. «Αγάπη μου. Πάμε λίγο στο εξωτερικό κατάστρωμα. Θέλω να σου δείξω κάτι» της είπε και σηκώθηκαν να πάνε στο εξωτερικό κατάστρωμα …

Ο Ιταλός λιμενικός δάκρυσε στην εικόνα του αγκαλιασμένου ζευγαριού που έπλεε στη θάλασσα. Το σκάφος της ιταλικής λιμενικής αρχής είχε πλησιάσει στον τόπο του ναυαγίου. Χτες 2-3 ώρες σχεδόν μετά τα μεσάνυχτα έλαβαν ένα σήμα S.O.S. από ένα κρουαζιερόπλοιο που έπλεε ανοιχτά των ιταλικών ακτογραμμών με πορεία προς τη Ρώμη. Αμέσως έδωσαν σήμα σε όλα τα πλοία και τις ομάδες διάσωσης να σπεύσουν στο σημείο και ξεκίνησαν και αυτοί προς το σημείο που βρισκόταν το κρουαζιερόπλοιο. Όταν έφτασαν εκεί είδαν το πλοίο τυλιγμένο στις φλόγες και κόσμος να φωνάζει, να καίγεται, να πέφτει στη θάλασσα. Όμως, σιγά – σιγά οι φωνές καταλάγιαζαν. Σιγά – Σιγά ο θάνατος απλωνόταν πάνω στο πλοίο. Όλοι είχαν φτάσει αργά. Και ο Ιταλός λιμενικός σκούπιζε τα δάκρυά του μπροστά στο αγκαλιασμένο ζευγάρι.

Η Καλλιρόη κοίταζε με απορία τον λιμενικό. «Γιατί κλαίει; Τι έχει γίνει; Α! Η κυρία Πάτερσον! Καλέ, τι δουλειά έχει στη σωστική λέμβο; Αχιλλέα, γιατί δεν με χαιρετάει; Α, να και ο πιτσιρίκος που αλωνίζει στον διάδρομο έξω από την καμπίνα μας. Μωρό μου; Τι συμβαίνει; Γιατί είναι στη θάλασσα ο μικρός; Επιτρέπεται το κολύμπι; Μα! Μα! Μα κανείς δεν κουνιέται!». Η ψυχή του Αχιλλέα δεν άντεξε άλλο. Ούρλιαξε! «Αγάπη μου! Αγάπη μου! Δες το ζευγάρι που ανβάζει ο λιμενικός στο σκάφος! Δες όλους όσους είναι στη θάλασσα! Δες!» και τράνταξε την ψυχή της Καλλιρόης.

kroyaziera 6Και έσκυψε η ψυχή της. Και πάγωσε η ψυχή της. Και είδε τα σώματα τους. Είδε τα σώματά τους άκαμπτα, παγωμένα,σφιχτά αγκαλιασμένα, να τα ανεβάζει ο λιμενικός στο σκάφος. Και τότε κατάλαβε! Και τότε συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Η φωτιά, το ναυάγιο, η απέλπιδα προσπάθεια να σωθούν, ο θάνατος αγκαλιά που ήρθε να τους πάρει. Η ψυχή της Καλλιρόης στράφηκε προς την ψυχή του Αχιλλέα. «Και τώρα τι κάνουμε;» τον ρώτησε σαστισμένη. «Τώρα, αγάπη μου, πάμε να συνεχίσουμε την κρουαζιέρα μας. Πάμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Απλά, αλλάζουμε τόπο. Θα είμαστε για πάντα μαζί. Όχι στη γη. Θα είμαστε για πάντα μαζί στους ουρανούς. Πάμε, καρδιά μου, να συναντήσουμε όλους τους συνταξιδιώτες μας, στην κρουαζιέρα» … Και οι δύο ψυχές, πιασμένες χέρι – χέρι, ξεκίνησαν το αιώνιο ταξίδι τους.   

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα