eikona 1    maxiΗ μάχη ανάμεσα στον Κωνσταντίνο και τον Βλάντ ήταν άκαρπη. Μόνοι έστεκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Έφιπποι και οι δύο στη Γέφυρα του Γαλατά αναμετριόντουσαν με τις γεμάτες οργή ματιές τους. Και ξαφνικά η θάλασσα άνοιξε στα δύο. Η τρικυμία μαινόταν στα νερά του Βοσπόρου, ωστόσο σε ένα σημείο τα νερά ήταν ήρεμα. Ένας κεραυνός έπεσε στο σημείο εκείνο και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των δύο μονομάχων εμφανίστηκε η Αγία Τράπεζα. Η Αγία Τράπεζα που είχε φυγαδευτεί τη μέρα της άλωσης σε πλοίο για να μην τη μαγαρίσουν οι αλλόθρησκοι. Και είχε καταλήξει στο βυθό του Βοσπόρου όταν οι Τούρκοι πυρπόλησαν το πλοίο και το βούλιαξαν.

Θεϊκό σημάδι, σκέφτηκε ο Κωνσταντίνος και φώναξε «Στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού» και κάλπασε με το άλογό του προς τα εκεί. Εκεί έχασε την Πόλη, εκεί θα την κατακτούσε ξανά. Εκεί θα έδιναν την τελική μάχη. Ο Βλάντ τον ακολούθησε. «Κανένας Θεός δεν θα σε σώσει» του φώναξε. «Όπως σε παράτησε τότε, θα σε παρατήσει και τώρα». Για λίγες στιγμές τα βλέμματά τους περιπλανήθηκαν στη θέα της Κωνσταντινούπολης. Ξημέρωνε και οι ισχνές αχτίδες του ήλιου φώτιζαν το αιματοκύλισμα της νύχτας.

«Δες! Δες και θαύμασε!» βροντοφώναξε ο Βλάντ στον Κωνσταντίνο. «Τα αξίζει όλα αυτά ο Θεός σου; Ο Θεός της αγάπης όπως ισχυρίζεστε;».

«Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα είναι έργα των ανθρώπων. Τίποτα δεν θα είχε συμβεί αν ο άνθρωπος δεν ήταν εγωιστής, πλεονέκτης, αιμοδιψής», απάντησε ο Κωνσταντίνος.

«Μεγάλα λόγια από κάποιον που επέστρεψε μετά από χίλια χρόνια και αιματοκύλησε μία ολόκληρη πόλη. Από κάποιον που επανέφερε με αίμα τους ανθρώπους από τη χώρα των νεκρών. Ετοιμάσου να πεθάνεις για δεύτερη φορά», ούρλιαξε ο Βλάντ και ετοιμάστηκε με το σπαθί στο χέρι να επιτεθεί στον Κωνσταντίνο.

Ξαφνικά, μια λάμψη έσκισε τον ουρανό και μια δεσμίδα φωτός εμφανίστηκε ανάμεσα στον Βλάντ και τον Κωνσταντίνο. Οι δύο στρατηγοί απορημένοι κοιτούσαν τη μορφή που έβγαινε από το φως και κατευθυνόταν προς τον Βλάντ. Ο ηγεμόνας της Βλαχίας μόλις συνειδητοποίησε τι έβλεπε μπροστά του, έπεσε στα γόνατα, έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του και άρχισε να κλαίει.

«Αγαπημένε μου, άντρα! Ψυχή της ψυχής μου! Ζωή μου!», του ψιθύρισε η Ελιζαμπέτα, καθώς είχε γονατίσει δίπλα του και του χάιδευε τα μαλλιά. Ο Βλάντ σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τα όμορφα μάτια της, το γλυκό της χαμόγελο, τα μακριά κόκκινα μαλλιά της, τη λευκή επιδερμίδα, τα λεπτεπίλεπτα χέρια, όλα εκείνα που τον έκαναν να την αγαπήσει τρελά και για χάρη της να απαρνηθεί τα πάντα.

eikona 1    love never dies

«Ελιζαμπέτα! Αγαπημένη μου, γυναίκα!», ψιθύρισε και σηκώθηκε όρθιος. «Τι κάνεις εδώ; Πού ήσουν αιώνες τώρα που σε αναζητούσα; Γιατί δεν ήρθες έστω μια φορά κοντά μου; Να απαλύνεις τον πόνο μου, να με κρατήσεις στην αγκαλιά σου;», της έλεγε καθώς χανόταν στον βυθό των ματιών της.

«Εσύ! Εσύ Βλάντ με κράταγες μακριά. Η επιθυμία σου για εκδίκηση με κρατούσε δέσμια μέσα στην κόλαση. Η ψυχή μου βασανιζόταν αιώνες τώρα. Δεν με άφηνες να ηρεμήσω. Γιατί, αγαπημένε μου, μπορεί να αυτοκτόνησα, αλλά ο φιλεύσπλαχνος Θεός μας ήξερε ότι ήταν μία πράξη απελπισίας. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να φροντίσεις εσύ να συγχωρεθεί η αμαρτία μου αυτή. Και εσύ, καρδιά μου, το μόνο που έκανες είναι να με καταραστείς μέσα από την οργή σου για εκδίκηση και με το να πουλήσεις τη ψυχή σου στο διάολο».

Εκείνη τη στιγμή ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της Ελιζαμπέτα και του Βλάντ. Χωρίς ανάσα, χωρίς αισθήματα, χωρίς κουράγιο, την κοίταζε και αναλογιζόταν πόσο κακό της είχε κάνει. Ο Κωνσταντίνος, παράμερα, συγκλονισμένος από τα όσα άκουγε, είχε κατεβάσει το σπαθί του και κοίταζε βουβός το ζευγάρι. Ο Βλάντ έπιασε ανάμεσα στις παλάμες του το πρόσωπο της Ελιζαμπέτα, τη φίλησε απαλά στα χείλη και της σιγοψιθύρισε «Τι θες να κάνω;».

Η Ελιζαμπέτα έπιασε τα δύο του χέρια, τα ακούμπησε στο στήθος της, στο μέρος της καρδιάς και του είπε «Αγαπημένε μου, Βλάντ! Λατρεμένε μου, σύζυγε! Αν πραγματικά με αγαπάς, σταμάτησε την κατάρα εδώ και τώρα. Αρκετά υπέφερα, αρκετά υποφέραμε και οι δύο. Σταμάτα να εναντιώνεσαι στο θέλημα του Θεού. Ζήτα συγχώρεση και θα στη δώσει. Και μαζί με εσένα θα συγχωρεθώ και εγώ. Άσε τον Κωνσταντίνο να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη. Άστον να επαναφέρει την αίγλη της παλιάς Αυτοκρατορίας. Ζήτα συγχώρεση από τον Θεό και έλα να πάμε μαζί στον παράδεισο».

Ο Βλάντ συντετριμμένος, γεμάτος δάκρυα, έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό και φώναξε «Αν αυτό είναι το θέλημά Σου ας γίνει. Συγχώρεσε με για τις αμαρτίες μου. Συγχώρεσε με για όλο το αίμα που έχυσα στο βωμό της οργής μου. Συγχώρεσε με που στέρησα την ηρεμία της ψυχής της αγαπημένης μου και δέξου μας στον Παράδεισο» και γυρνώντας προς τον Κωνσταντίνο, του έδωσε το σπαθί του και του είπε «Ήρθε η ώρα να πάρεις την Πόλη. Ήρθε η ώρα να είμαι επιτέλους μαζί με την Ελιζαμπέτα. Πάρε το σπαθί μου, χτύπα με στην καρδιά και αποκεφάλισέ με. Μόνο τότε θα έχω πεθάνει και θα έχω πάει στην αγκαλιά της γυναίκας μου. Μόνο τότε οι ψυχές μας θα αγαλλιάσουν. Σε παρακαλώ!».

Ο Κωνσταντίνος, ο οποίος τόση ώρα καθόταν αμίλητος σε όλα αυτά που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια του, περπάτησε προς τον Βλάντ, τον ακούμπησε στον ώμο και του είπε «Είθε, ο Θεός να σε συγχωρέσει. Είθε, οι ψυχές σας να βρουν τη γαλήνη που τόσους αιώνες αναζητούν». Και παίρνοντας το σπαθί από τα χέρια του, το έμπηξε στην καρδιά του. Μία κραυγή πόνου βγήκε από τα χείλη του Βλάντ, αλλά και μία κραυγή χαράς, καθώς έβλεπε την όμορφη και γλυκιά του Ελιζαμπέτα να του χαμογελά. Την αμέσως επόμενη στιγμή ο Κωνσταντίνος αποκεφάλισε τον Βλάντ. Ένα λευκό περιστέρι εμφανίστηκε τότε και δύο ψυχές πιασμένες χέρι – χέρι κατευθύνονταν προς τα ουράνια. Η ψυχή του Βλάντ και της Ελιζαμπέτα ήταν πια ελεύθερες.

eikona 1    pali me xronia 3jpg

Ο Κωνσταντίνος έκατσε μερικά λεπτά αμίλητος. Κοίταζε τον Βλάντ και την Ελιζαμπέτα που κατευθύνονταν προς τον Παράδεισο μαζί. Ύψωσε στη συνέχεια το σπαθί του και αγέρωχος, εκεί στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, βροντοφώναξε «Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικιά μας θα’ ναι!».

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα