από τη Φένια Κινικλή

 

eikona 1  doro theiko

 

Ακόμη ένα ξημέρωμα που την έβρισκε ξάγρυπνη να το περιμένει καρτερικά. Και οι πρωινές ηλιαχτίδες τής έκαναν τη χάρη σήμερα και εμφανίστηκαν αμέσως, προκαλώντας ένα αχνό χαμόγελο στο ταλαιπωρημένο της πρόσωπο.

Της άρεσε αυτή η ώρα της αυγής. Στις ατελείωτες ώρες της αγρύπνιας της ήταν η παρηγοριά της. Αυτή και η σκέψη πως τουλάχιστον εκείνη μπορούσε να την αντικρίζει.

Δεν ήταν πάντοτε τόσο δύσκολες οι νύχτες της. Κάποτε, μάλιστα, λάτρευε να ζει στο έπακρο το κάθε τους λεπτό, για να ’ρχεται το ξημέρωμα να τη βάζει σε έναν ύπνο βαθύ, νωχελικό και αναζωογονητικό. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε, μα εκείνη ένιωθε λες και είχαν διαβεί από πάνω της ολόκληρα χρόνια, βαρυφορτωμένα, ασήκωτα.

Πετάρισε ζωηρά τα βλέφαρα αποδιώχνοντας τις ίδιες σκέψεις που τη βασάνιζαν για χρόνια, και έσπευσε να προϋπαντήσει με το βλέμμα της το πρωινό φως που ξεπρόβαλε πίσω από το κάστρο της Παναγιάς, όπως το αποκαλούσαν οι νησιώτες, που δέσποζε απέναντί της ολόρθο διαμέσου των αιώνων, με τη στιβαρή πέτρινη οχύρωση και τον ψηλό τρούλο από το εκκλησάκι της Βρεφοκρατούσας να ξεχωρίζει στο κέντρο του. Αυτή την εικόνα αντίκριζε τα τελευταία χρόνια, από τότε που εγκαταστάθηκε στο μικρό αιγαιοπελαγίτικο νησί, και δεν έλεγε να τη χορτάσει. Ολόκληρη η χώρα και ο παλαιός οικισμός λουσμένα με εκείνο το εκτυφλωτικό πέπλο του φωτός, που όμοιό του δεν είχε συναντήσει ως τώρα.

Τη λάτρευε αυτή την ώρα. Ανάσταση και γέννηση μαζί την αισθανόταν. Ακόμη και στη μαυροσυννεφιά ή στη σκληράδα του χειμώνα, έσταζε βάλσαμο μέσα της. Την αποζητούσε πάντα και δεν μπορούσε ούτε να διανοηθεί τη ζωή της μακριά της.

Η αλήθεια ήταν ότι γενικά δεν μπορούσε και δεν ήθελε να σκέφτεται τη ζωή της. Πού πήγαινε, πού την οδηγούσε, τι θα της συνέβαινε... Δεν ήθελε να σκέφτεται το αύριο, και όσο κι αν την πλήγωνε το χθες, το προτιμούσε και σε εκείνο ανέτρεχε διαρκώς κατατρεγμένη.

Δεν έριχνε σε κανέναν το φταίξιμο. Ότι παρασύρθηκε, ξεγελάστηκε ή αφέθηκε. Όλα τα είχε κάνει εκούσια και έχοντας πλήρη συνείδηση του τι της συνέβαινε. Μέχρι που έχασε και θέληση και συνείδηση και σκέψη. Όταν τη ρούφηξε το κενό στροβιλίζοντάς την, παραδόθηκε αμαχητί. Και να μην μπορεί ούτε φως να δει, ούτε χαραμάδα να ανακαλύψει. Παρά έμεινε εκεί, αποδεχόμενη την καταπόντισή της. Κι ας είχε αρχίσει πια να συνειδητοποιεί ότι η επιφάνεια βρισκόταν κατά πολύ πια μακριά της.

Σήμερα, ήταν βέβαιη πως εκεί θα είχε μείνει, παραδομένη, θαμμένη σε έναν κόσμο ρημαγμένο κάτω από συντρίμμια και ερείπια, αν δεν είχε βρεθεί στον δρόμο της Εκείνος. Δεν την τράβηξε απλώς από τον βούρκο. Δεν την ξύπνησε απλώς από τον βαθύ της λήθαργο. Ανάσα τής έδωσε ξανά, πνοή κανονική. Και το δίχως άλλο τής είχε χαρίσει εκ νέου τη ζωή. Κι εκείνη τώρα του αφιέρωνε τη δική της, κάτω από τη σκέπη της μονής και της θείας πνοής.

Είχε αντικρίσει πολλές φουρτούνες. Και άλλες τόσες είχε ζήσει μέσα της, βλέποντάς απέναντί της την απεραντοσύνη του πελάγους. Δεν ήθελε να τις σβήσει από τη μνήμη της αυτές τις στιγμές. Να τις απαλύνει ήθελε μονάχα. Και τώρα, που ο ήλιος τής χάιδευε το πρόσωπο, δώρο θεϊκό, αγαλλίασε, καθώς το πρωινό σήμαντρο ξημέρωνε ακόμη μια φορά για εκείνη.

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα