1. ΥΠΟΔΟΧΗ photo

Δεκαεννέα λεπτά. Οι δείκτες του ρολογιού να συνεχίζουν ακούραστοι τον ρυθμικό, αέναο χορό τους, κι εκείνος να στέκεται ακόμη στο πλατύσκαλο του ρημαγμένου του σπιτιού. Δισταγμός και φόβος για εκείνο το επόμενο βήμα που θα τον έφερνε κατά πρόσωπο με όσα τον στοίχειωναν σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του.

Ένας αναστεναγμός βαθύς η αντίδρασή του. Μοιραία τα μάτια υψώθηκαν να αντικρίσουν το ουράνιο πέπλο που δέσποζε μεγαλοπρεπές, φωτεινό και ολοκάθαρο αυτό το απομεσήμερο. Κι ενώ πριν μερικά λεπτά εκείνες οι ηλιαχτίδες άγγιζαν καυτές το μέτωπό του, κάνοντας τα μάτια του να μισοκλείσουν στο θάμπος τους, τώρα δεν αισθανόταν τη θέρμη τους, δεν τυφλωνόταν από το φως τους.

Ένα απαλό αεράκι ένιωσε να τον χαϊδεύει και μεμιάς ξεχύθηκαν οι μνήμες να τον πνίξουν. Πόσα και πόσα απομεσήμερα δεν έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού από το εφηβικό παιχνίδι στις χωμάτινες αλάνες της γειτονιάς, με τις πατούσες του να καίνε σε κάθε βήμα και το μέτωπο κάθιδρο να αναζητά την ανακούφιση από εκείνο το γλυκό μεσημεριανό αεράκι που τον έβρισκε σε κάθε ανοιχτωσιά…

Θυμόταν λες και ήταν χθες το άρωμα των λεμονανθών στην άκρη του κήπου που μεθούσε τις αισθήσεις, τα βελούδινα πέταλα της τριανταφυλλιάς που σκέπαζαν το κεφαλόσκαλο, και τα χρώματα που άλλαζε η θάλασσα κάτω από τις διαθέσεις του φθινοπωρινού ήλιου.

Μικρός ήταν ακόμη τότε, δεν ήξερε πολλά, δεν είχε καν ξεμυτίσει από τα όρια της πόλης του, και όμως το ένιωθε ήδη πως εδώ ήθελε να ζήσει όλη του τη ζωή. Θα μέτραγε τους χρόνους του με τους αναστάσιμους ήχους από το καμπαναριό του Αρχαγγέλου, θα έσκαβε την προικισμένη γη του και θα καρποφορούσε το αμπέλι του. Και μαζί, θα αξιωνόταν και ο ίδιος να συνεχίσουν το όνομα και την παράδοση της οικογένειας τα δικά του παιδιά.

Τόσα χρόνια... Μετρημένα στιγμή τη στιγμή, λεπτό το λεπτό, να περνούν αργά από πάνω του, χαράσσοντας ίχνη βαθιά. Και εκείνες οι εικόνες... Πόσο λαχταρούσε να μην τις είχε δει ποτέ! Να μην είχαν ξημερώσει εκείνες οι μέρες, να μην τον είχαν κουρσέψει· κι εκείνον και την ψυχή του απ’ άκρη σ’ άκρη.

Μα τις είχε δει όλες! Τις είχε ζήσει τότε, και έκτοτε κάθε μέρα και λεπτό με αυτές κατακλυζόταν η ζωή του. Όσο μακριά κι αν είχε βρεθεί από τη γενέθλια γη, η εκκωφαντική βουή δεν είχε σωπάσει και ο ήλιος δεν είχε καταφέρει να ζεστάνει τις αχτίδες του…

Και τώρα ήταν εκεί. Καταμεσής του Σεπτέμβρη και της ζωής του της ίδιας. Κι εκείνη η λωρίδα γης η κατάφυτη, η ευλογημένη από τη θεία πνοή να ανθοφορεί και να καρπίζει στον ποικιλόχρωμο ορίζοντα της φύσης, τον υποδεχόταν και πάλι.  

 

 

Φένια Κινικλή

BIO PHOTO ΦΕΝΙΑ ΚΙΝΙΚΛΗ

 

 

Πρόσθετες Πληροφορίες

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα