Το σπίτι μύριζε μπαχαρικά και ζεστό ψωμί.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και οι τελευταίες χρυσαφένιες ακτίνες του, έλουζαν την μικρή κουζίνα με το απαλό τους φως. Η Άννα στεκόταν μπροστά από τον φούρνο ελέγχοντας για μία τελευταία φορά, την κρεατόπιτα που αργοψηνόταν. Έριξε μια τελευταία ματιά στην κουζίνα της, προσπαθώντας να εντοπίσει και το παραμικρό εκατοστό ακαθαρσίας. Τα πάντα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Ικανοποιημένη από την τάξη γύρω της, έλυσε την ποδιά που φορούσε και με χαρωπά βήματα κατευθύνθηκε προς το μπάνιο.
Δεν είχε πολύ ώρα στη διάθεση της, να ετοιμαστεί για το αποψινό δείπνο και ήθελε όλα να είναι τέλεια. Ειδικά σήμερα που έκλεινε εφτά χρόνια γάμου με τον αγαπημένο της. «Εφτά χρόνια φαγούρας», τα έλεγε η μαμά της, «εφτά χρόνια που τον μαθαίνεις και σε μαθαίνει και φτιάχνετε μαζί ένα σπιτικό. Αν αντέξει αυτά τα εφτά χρόνια ένας γάμος, να ξέρεις ότι θα αντέξει για πάντα». Για την Άννα όμως, ήταν εφτά χρόνια απόλυτης ευτυχίας, λουσμένα με αγάπη και υπέροχες στιγμές. Εφτά χρόνια που δεν θα άλλαζε τίποτα από όσα είχε ζήσει με τον Κωνσταντίνο. Γι’ αυτό έπρεπε να βιαστεί αν ήθελε όλα να είναι έτοιμα για την έκπληξη που είχε σχεδιάσει. Ήταν σίγουρη πως θα του έμενε αξέχαστη.
Έκανε μπάνιο σχολαστικά χωρίς να βιάζεται, παρόλο που την πίεζε ο χρόνος. Φόρεσε το αγαπημένο του κόκκινο φόρεμα και βάφτηκε ελαφρά, όπως του άρεσε. Έπειτα, άφησε τα μαλλιά της να πέφτουν σε χαλαρές μπούκλες γύρω από το πρόσωπο της και ψέκασε τους καρπούς της με το άρωμα που ήξερε πως τον τρέλαινε. Φόρεσε τα πιο ψηλοτάκουνα παπούτσια που είχε και κατέβηκε να στρώσει το τραπέζι. Η πίτα θα ήταν σίγουρα έτοιμη μέχρι τώρα.
Ο ήχος από τα τακούνια της, έσπαγε την ησυχία του σπιτιού. Δεν της άρεσε η ησυχία. Για την ακρίβεια την μισούσε. Της άρεσε η φασαρία, οι φωνές, μόνο έτσι ένιωθε πως το σπίτι είχε ζωή. Γι’ αυτό λοιπόν, αποφάσισε να ανοίξει την τηλεόραση και να βάλει ένα μουσικό κανάλι να της κρατάει συντροφιά, όση ώρα τοποθετούσε τα σερβίτσια στο τραπέζι. Τα τακούνια, πονούσαν ήδη τα πέλματα της, αλλά έσπρωξε το αίσθημα στο πίσω μέρος του εγκεφάλου της. Απόψε όλα έπρεπε να είναι τέλεια πάση θυσία.
Άπλωσε το καλό, λευκό της τραπεζομάντιλο, εκείνο που είχε για ιδιαίτερες περιστάσεις. Επόμενα στη σειρά, ήταν το πορσελάνινο σερβίτσιο και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Γέμισε τα κρυστάλλινα ποτήρια τους, με κόκκινο κρασί, άναψε μερικά κεριά και χαμήλωσε τα φώτα. Πάνω στην ώρα, οι προβολείς από το αυτοκίνητο του Κωνσταντίνου, φάνηκαν στην γωνία, προτού εκείνος στρίψει μερικά δευτερόλεπτα αργότερα για να μπει με το όχημα στο ιδιωτικό τους πάρκινγκ. Η Άννα προχώρησε στην είσοδο, με το πιο αστραφτερό της χαμόγελο. Και όταν εκείνος έβαλε το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξε, του φώναξε χαρούμενη.
«Έκπληξη!» του είπε και έπεσε στην αγκαλιά του.
Άλλη μία δύσκολη μέρα στο γραφείο, που δεν έλεγε να τελειώσει με τίποτα. Ο Κωνσταντίνος κοίταξε την ώρα, στο ρολόι του υπολογιστή του και ξεφύσησε. Άπλωσε το χέρι και χαλάρωσε λίγο τον κόμπο στην γραβάτα του. Έπειτα έβγαλε το κινητό από την τσέπη και το κοίταξε για εκατομμυριοστή φορά εκείνη την ημέρα. Μπήκε στο φάκελο με τα μηνύματα, όμως δεν υπήρχε κανένα εισερχόμενο μήνυμα να τον περιμένει. Το ίδιο και στα social media. Εκείνη, πέρα από μερικά μηνύματα που είχαν ανταλλάξει νωρίς το πρωί, είχε αποφασίσει να τον αγνοήσει για όλη την υπόλοιπη μέρα. Και αυτό τον άγχωνε λιγάκι. Μπήκε στη συνομιλία τους στο messenger και τσέκαρε τα τελευταία μηνύματα που αντάλλαξαν. Μήπως την ενόχλησε κάτι και απλά του κρατούσε μούτρα;
“Θα σε δω σήμερα;” του είχε στείλει εκείνη πρώτη.
“Σήμερα όχι. Είναι η μεγάλη μέρα. Θυμάσαι;”
“Θα το τελειώσεις; Είσαι σίγουρος;” έγραφε το επόμενο μήνυμα.
“Αφού τα συμφωνήσαμε. Δεν πάει άλλο, το ξέρεις”
“Τα ίδια είπες και την τελευταία φορά…”
“Τώρα είναι αλλιώς”
Ίσως ήμουν λίγο απότομος στο τελευταίο μήνυμα, σκέφτηκε και αναστέναξε. Άβυσσος η ψυχή τη γυναίκας. Έκλεισε το κινητό και το έβαλε ξανά στην τσέπη του.
Έστειλε κάποια τελευταία email και έκανε μερικά τηλεφωνήματα, ώστε να μην αφήσει εκκρεμότητες πίσω του, που θα έτρωγαν χρόνο από το Σαββατοκύριακο του. Ήθελε να το αφιερώσει όλο σε εκείνην. Σκόπευε να της δείξει τα πόσα σήμαινε για εκείνον, όλον αυτόν τον καιρό που ήταν δίπλα του. Στα εύκολα και στα δύσκολα, στις χαρές και στις λύπες, στα πάνω και στα κάτω. Αν δεν ήταν εκείνη, η ζωή του, θα είχε πάρει μια διαφορετική τροχιά. Αναστέναξε ξανά. Ήταν η ώρα να γυρίσει σπίτι.
Η κίνηση στο δρόμο ήταν αυξημένη εκείνο το βραδάκι, μπόρεσε όμως να φτάσει στο σπίτι χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Με το που μπήκε στο στενό όπου έμενε τα τελευταία εφτά χρόνια, ένα αναπάντεχο σφίξιμο απλώθηκε στο στήθος του. Έλυσε εντελώς την γραβάτα του και την πέταξε στο διπλανό κάθισμα. Είδε το σπίτι του να ξεπροβάλει, μερικά μέτρα πιο κάτω. Μείωσε ταχύτητα και έστριψε στο ιδιωτικό πάρκινγκ τους. Έσβησε την μηχανή και κοίταξε τα παράθυρα. Υπήρχε φως. Κάποιος ήταν μέσα στο σπίτι.
«Τί στο καλό συμβαίνει;» αναφώνησε.
Βγήκε φουριόζος από το αυτοκίνητο, χτυπώντας την πόρτα πίσω του και διέσχισε με μερικές νευριασμένες δρασκελιές τα βήματα που τον χώριζαν από την εξώπορτα. Έβαλε το κλειδί στην τρύπα με περισσότερη δύναμη από όσο έπρεπε και άνοιξε την πόρτα. Η μυρωδιά κανέλας και χλωρίνης ήταν τα πρώτα που αντιλήφθηκε, προτού η Άννα ουρλιάξει «Έκπληξη!» και πέσει στην αγκαλιά του.
«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» την ρώτησε αναστατωμένος κα έκπληκτος.
«Σήμερα κλείνουμε εφτά χρόνια γάμου χαζούλη, το ξέχασες;» του είπε παραπονιάρικα. Τύλιξε τα χέρια της, γύρω από τον λαιμό του και τον φίλησε απαλά στα χείλη.
«Χρόνια μας πολλά» ψέλλισε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
«Ναι» είπε εκείνος μουρμουρίζοντας «χρόνια μας πολλά»
Έκανε ένα βήμα πίσω και η Άννα αναγκάστηκε να τον αφήσει από την αγκαλιά της. Του γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία.
«Ελπίζω να πεινάς. Έχω φτιάξει το αγαπημένο σου» του ανακοίνωσε.
Ο Κωνσταντίνος την ακολούθησε και κάθισε στην θέση του. Ξεκίνησε να την παρατηρεί, όσο ώρα εκείνη τον σέρβιρε και του μιλούσε ακατάπαυστα για το πως είχε περάσει την μέρα της. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ που ήταν σίγουρος πως κάπου το είχε ξαναδεί. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και στο πρόσωπο της είχε μια υποψία από μακιγιάζ που κάλυπταν ελαφρά τα σημάδια της. Το βραχιόλι που φορούσε στο χέρι της, μαγνήτιζε το φως από τις φλόγες των κεριών και στραφτάλιζε, του τραβούσε την προσοχή. Και αυτό το άρωμα που την έλουζε, του είχε σπάσει την μύτη. Το γνώριζε αυτό το άρωμα, απλά δεν ήταν σίγουρος από που.
«Εσύ πως πέρασες καλέ μου;» τον ρώτησε και κάθισε στη θέση της. «Είχες δύσκολη μέρα;»
«Όπως τα ξέρεις. Εκνευριστικοί πελάτες. Ακόμα πιο εκνευριστικοί συνάδελφοι. Είμαι πολύ κουρασμένος» παραπονέθηκε.
«Θα ξεκουραστείς το Σαββατοκύριακο και θα αναπληρώσεις δυνάμεις» του είπε.
Για μερικά λεπτά, επικράτησε ησυχία ανάμεσα τους. Η Άννα τον κοιτούσε χαμογελαστή, ενώ ο Κωνσταντίνος την περιεργαζόταν από πάνω μέχρι κάτω. Τελικά, δεν άντεξε και της είπε:
«Πρέπει να μιλήσουμε»
Η Άννα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του.
«Το γνωρίζω» τον καθησύχασε. «Ας φάμε πρώτα όμως και θα μιλήσουμε μετά, εντάξει;»
Ο Κωνσταντίνος της ένευσε και συγκεντρώθηκε στο φαγητό του. Η αλήθεια ήταν πως πεινούσε σαν λύκος. Δοκίμασε την πρώτη μπουκιά από την κρεατόπιτα και άφησε έναν αναστεναγμό, όταν η πλούσια γεύση της, γέμισε το στόμα του. Στην δεύτερη μπουκιά βόγκηξε. Απόσωσε το πρώτο κομμάτι και ζήτησε και δεύτερο. Όση ώρα η Άννα τον σερβίριζε ξανά, εκείνος ήπιε μερικές γουλιές από το κόκκινο γλυκό κρασί.
«Σε ευχαριστώ πολύ» της είπε όταν άφησε το δεύτερο πιάτο μπροστά του.
Η Άννα κάθισε ξανά στη θέση της και βάλθηκε να τον παρατηρεί.
«Ξέρεις σκεφτόμουν, ότι έχουμε πολύ καιρό να κάνουμε κάτι οι δύο μας. Να βγούμε με φίλους έστω. Τι θα έλεγες να κανονίζαμε να πάμε κάπου; Με εκείνους τους συναδέλφους σου ίσως;» του είπε δειλά.
«Για ποιους λες;» την ρώτησε ο Κωνσταντίνος ενώ μασούσε.
«Για τον Άρη και την Βιβή λέω. Το αντρόγυνο. Έχουμε καιρό να τους δούμε»
Ο Κωνσταντίνος στραβοκατάπιε. Άρχισε να βήχει προσπαθώντας να βγάλει από μέσα του αυτό που τον έπνιγε. Η Άννα σηκώθηκε και τον χτύπησε απαλά στην πλάτη. Όταν ηρέμησε κάπως, του έφερε τρέχοντας ένα ποτήρι δροσερό νερό. Το γνώριμο εκείνο άρωμα, τον τύλιξε από άκρη σε άκρη. Κάθισε πάλι στην θέση της και τον κάρφωσε με το βλέμμα της.
«Τι λέγαμε;» την ρώτησε.
«Για την Βιβή» του είπε η Άννα. «Και τον Άρη»
Ο Κωνσταντίνος πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε έρθει η ώρα.
«Άννα, πρέπει να μιλήσουμε» της ανακοίνωσε.
«Σου είπα καλέ μου. Θα φάμε πρώτα και μετά».
Ο τόνος της, ήταν απότομος. Κοφτός. Έριξε μια ματιά στο πιάτο της και το βρήκε γεμάτο.
«Τρώω, απλά εσύ έπεσες με τα μούτρα» του χαμογέλασε και έκοψε ένα κομμάτι.
Την μιμήθηκε. Ανάθεμα τον. Αυτή η πίτα ήταν υπέροχη. Τι στο καλό είχε βάλει αυτή η γυναίκα μέσα; σκέφτηκε. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την σκέψη του, όταν μάσησε κάτι πολύ σκληρό και μεγάλο που κόντεψε να του σπάσει τα δόντια. Έπιασε την άκρη του και το τράβηξε από το στόμα του.
«Τι στο διάολο είναι αυτό;» φώναξε κρατώντας το μπροστά στα μάτια του.
Η Άννα τον κοιτούσε χαμογελαστή, ωστόσο αυτή την φορά, το χαμόγελο της είχε κάτι το παράξενο, το ανατριχιαστικό. Το φαγητό της, ήταν ακόμα ανέγγιχτο. Ακόμα και εκείνη η μικρή μπουκιά που είχε κόψει, βρισκόταν στο πιρούνι. Την είδε να απλώνει το χέρι της και να πιάνει το ποτήρι με το κρασί της. Το βραχιόλι της λαμπύρισε και πάλι. Ο Κωνσταντίνος κοίταξε το αντικείμενο που είχε βγάλει από το στόμα του. Ήθελε λίγο καθάρισμα, αλλά θα ορκιζόταν πως ήταν το ίδιο βραχιόλι που φορούσε η Άννα, το ίδιο βραχιόλι που φορούσε η…Πετάχτηκε πάνω έντρομος.
«Πού το βρήκες αυτό που φοράς;» την ρώτησε και της έδειξε το χρυσαφικό, στον λεπτό καρπό της.
Η Άννα δεν του απάντησε αμέσως. Αντιθέτως, πήρε τον χρόνο της και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το κρασί της.
«Το ένα εκεί που το βρήκες και εσύ. Το άλλο εκεί που το έδωσες»
Ο Κωνσταντίνος γούρλωσε τα μάτια του. Η Άννα ξεκαρδίστηκε με την έκφραση του.
«Δεν σου απαντάει όλη μέρα, έτσι;»
Ένα ρίγος τον διαπέρασε και κρύος ιδρώτας ξεκίνησε να τον λούζει. Με μια κραυγή χίμηξε πάνω της και την έπιασε από τα μπράτσα, αναγκάζοντας την να σηκωθεί από την θέση της.
«Τι στο διάολο της έκανες;» ούρλιαξε μέσα στο πρόσωπο της.
Εκείνη τον κοίταξε αθώα.
«Όσο ήμουν στο νοσοκομείο, στο οποίο εσύ με έστειλες, με την ‘αγάπη’ σου, είχα χρόνο να πάρω κάποιες αποφάσεις. Μισώ την ησυχία, αλλά αυτή η ησυχία, σε εκείνο το αποστειρωμένο δωμάτιο, όπου κατόπιν εντολής σου, απαγορευόταν να έχω επισκέψεις, με βοήθησε. Οπότε ζήτησα εξιτήριο και την πήρα τηλέφωνο. Προφασίστηκα μία δικαιολογία και της ζήτησα να με συναντήσει στο σπίτι. Μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκα με το θράσος της, όταν τα παραδέχτηκε όλα με λίγη πίεση. Είχατε σκοπό να με βγάλετε τρελή αν σου αρνιόμουν το διαζύγιο, μου είπε. Να με κλείσετε σε ίδρυμα και να ζήσετε ελεύθεροι τον έρωτα σας, αφότου χώριζε και εκείνη τον καημένο την Άρη. Κρίμα που σας χάλασα τα σχέδια»
Ο Κωνσταντίνος αύξησε την πίεση του. Την γύρισε με δύναμη, την σήκωσε και την ξάπλωσε πάνω στο τραπέζι. Τα κρυστάλλινα ποτήρια έσπασαν κάτω από την ορμή του. Τα κομμάτια μπήχτηκαν στην πλάτη της Άννας, ενώ το κεφάλι της, άφησε έναν πνιχτό γδούπο, όταν χτύπησε στο σκληρό ξύλο.
«Λέγε βρώμα, τι έκανες στη Βιβή;» της φώναξε. Τώρα τα καταλάβαινε όλα. Το φόρεμα, το άρωμα, ακόμα και το χτένισμα, όλα αυτά ήταν σημάδια κατατεθέν της Βιβής. Και αυτή η αναθεματισμένη γυναίκα της είχε κάνει σίγουρα κακό.
Θολωμένος από οργή, ο Κωνσταντίνος της άρπαξε από τον λαιμό και ξεκίνησε να την σφίγγει. Το βλέμμα της Άννας, άστραψε. Δεν φοβήθηκε στιγμή καθώς ψαχούλευε πάνω στο άλλοτε λευκό τραπεζομάντιλο. Τα δάχτυλα τα άγγιξαν κάτι μεταλλικό και το γράπωσε. Τίναξε το χέρι της και με μια αναπάντεχη δύναμη που δεν ήξερε πως είχε, κάρφωσε το πιρούνι στο μάγουλο του Κωνσταντίνου. Εκείνος βόγκηξε από τον πόνο. Άφησε τον λαιμό της και παραπατώντας προς τα πίσω, προσπάθησε να βγάλει το πιρούνι από την θέση του.
«Πουτάνα» της φώναξε οργισμένος.
Η Άννα τον αγνόησε. Άρπαξε το μαχαίρι και το κάρφωσε στο στήθος του μια φορά.
«Πώς ήταν η γεύση της γκόμενας σου, αγάπη μου; Την απόλαυσες;»
Ο Κωνσταντίνος της κοίταξε ξαφνιασμένος. Η Άννα σήκωσε το χέρι της και τον μαχαίρωσε άλλη μια φορά.
«Δυσκολεύτηκα λίγο με τα κόκκαλα αλλά τα κατάφερα. Εξάλλου πάντα παινευόσουν πόσο καλή μαγείρισσα είμαι. Έτσι δεν είναι αγάπη μου;»
Σήκωσε το χέρι της και τον μαχαίρωσε ξανά και ξανά και ξανά. Εφτά μαχαιριές για τα εφτά βασανιστικά χρόνια που πέρασε κοντά του. Εφτά χρόνια, κακοποίησης, εξευτελισμού, απομόνωσης. Εφτά χρόνια όπου εκείνη έπρεπε να προσποιείτε την τέλεια γυναίκα, πως έχουν την τέλεια σχέση, πως είναι το ιδανικό ζευγάρι. Εφτά χρόνια που εξαφάνιζε τα σημάδια από το σώμα της, ενώ εκείνα στην ψυχή της, έχασκαν ανελέητα. Εφτά χρόνια να τον περιμένει κάθε βράδυ να γυρίσει από τα νυχτοπερπατήματα του με την Βιβή. Εφτά χρόνια ψεμάτων και δακρύων. Εφτά χρόνια για το απόλυτο τίποτα.
Ο Κωνσταντίνος έπεσε άψυχος στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες. Το μαχαίρι γλίστρησε από το χέρι της μαζί με το βάρος εφτά χρόνων που κουβαλούσε στην ράχη της. Αγνοώντας τον πόνο, τα αίματα που έτρεχαν από την πλάτη της και την όραση της που θόλωνε στις άκρες, πήγε στην κουζίνα κι άνοιξε το γκάζι του φούρνου στο τέρμα. Έπειτα με όσο πιο γρήγορα βήματα μπορούσε, προχώρησε προς την έξοδο. Πέταξε τα τακούνια της στην άκρη έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και άφησε τον Κωνσταντίνο πίσω της.
Όταν το σπίτι της, τυλίχθηκε στις φλόγες, εκείνη ήταν πολύ μακριά. Μια μικρή λάμψη στον καθρέφτη του αυτοκινήτου και ένας δυνατός κρότος. Δεν σταμάτησε. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω. Άφησε μια αργή ανάσα να φύγει από τα χείλη της. Μετά από επτά χρόνια, μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει.