Όνειρο απατηλό, ξένο μες του κόσμου την σιγαλιά...
Μορφές που αργοπεθαίνουν ζητώντας ένα χάδι. Ξέπνοες, νωχελικές, σκελετωμένες στου κόσμου την γωνιά....
Στάχτη, καπνός, χαλάσματα, πλίνθοι κι άμμος. Εκατομμύρια κόκκοι όσοι κι το στάρι. Ψυχές.. Βρώση. Καταφύγιο..
Ποιος πόλεμος, ποια δεινά; Ποια αρρώστια;
Κι εκείνη εκεί στέκεται ως Παναγιά μαυροφορεμένη, γιασεμί κρατά να ποτίσει τους καταρράκτες δακρύων από τα παιδιά της φτωχογειτονιάς.
Εκεί που ρίζες δενδρολίβανου απλώνονται και το αγιόκλημα ξεπροβάλει από τις ρωγμές των τοίχων, και αγκαλιάζει την πλάση.
Φλισκούνι, μαργαρίτες, του αγρού παπαρούνες, εκεί που η καρδιά ανέμελη κυλά στις παρυφές του λεμονόχορτου, προσπερνά τους δρόμους της ψυχής.
Το να είσαι άνθρωπος..