Λάκυ www.windowsmode.com

   Τον αποκαλούσαν  Λάκυ που σημαίνει τυχερός στα αγγλικά, μα αυτός φάνταζε άτυχος μιας και τρεφόταν από τα σκουπίδια. Κατευθυνόταν ανάμεσα στις σακούλες, και τους κάδους των υπαίθριων εστιατορίων κάθε μέρα. Ευχόταν να βρει κάποιο κόκαλο ή ζουμερά υπολείμματα και ας τον τύλιγε δυσωσμία, ενώ βρομεροί λεκέδες κηλίδωναν τόσο την μουσούδα όσο και τα πεταχτά αυτιά του. Πάντα κουνούσε την ουρά του μπρος σε κάθε τυχερό εύρημα του.
    Μια μέρα λοιπόν, τα παιδιά του γυμνασίου μόλις είχαν σχολάσει! Ο Λάκυ  χαιρόταν να παρατηρεί τους μικρούς μαθητές να συρρέουν στο προαύλιο του. Πότε να παίζουν και να μιλούν ανέμελα, και πότε να απολαμβάνουν τις λιχουδιές τους στο διάλειμμα επωφελούμενος κάποιο σνακ χάρη στην γενναιοδωρία τους. Ο Μάρκος με την Ισιδώρα περνούσαν από τον πλακόστρωτο πεζόδρομο όταν άκουσαν ένα γάβγισμα όμοιο με κλαψούρισμα. Ο Μάρκος έγλυψε το παγωτό του και κάθισε προς το κοντινό παγκάκι όταν έδειξε με τον δείκτη του κάποιες παραφουσκωμένες σακούλες σκουπιδιών. Η Ισιδώρα σαν περίεργη νεαρή δεσποινίς έτρεξε προς εκεί
"Μάρκο, κοίτα ένα σκυλάκι".
"Φύγε από εκεί μην σε δαγκώσει".
"Κάτσε να του δώσουμε λίγο φαγητό".
"Θα βρει, όλο και κάτι θα έχουν πετάξει"
"Μην είσαι γάιδαρος. Ε ψιτ σκυλάκι έλα από εδώ!" κούνησε το μπρελόκ που κρεμόταν από την τσάντα της. Ήταν ένα λευκό προβατάκι με χνουδωτή κόμη και αφράτο μαλλί. Ο σκυλάκος ακολούθησε τις κινήσεις του χεριού της Ισιδώρας και αφού πλησίασε κοντά της, του πέταξε το μισοτελειωμένο σάντουιτς της. Με λαχτάρα και λαιμαργία ο Λάκυ όχι μόνο ένιωσε τόσο τυχερός αλλά και χαρούμενος σαν καταβρόχθισε το ψωμάκι.
Και οι μέρες πέρασαν, τα παιδιά παρατήρησαν που έβρισκε καταφύγιο ο Λάκυ. Ακολουθούσαν την ίδια τακτική, φυλούσαν ένα κομματάκι από το μεσημεριανό τους και σαν σχόλαγαν κουνούσαν το μικρό προβατάκι. Επωφελούμενος από το λούτρινο παιχνίδι κέρδιζε κι το γεύμα της ημέρας. Σύντομα δεν άργησε και η μέρα που ο ακολούθησε ο πατέρας τους την μικρή ιεροτελεστία τους.
"Μπαμπά, σε παρακαλώ να το πάρουμε σπίτι"
"Αγάπη μου δεν είναι παιχνίδι. Θέλει φροντίδα, αγάπη και στοργή"
"Σε παρακαλώ, θα το ταίζω, θα το ποτίζω, θα το βγάζω βόλτα"
"Θα μάθετε πως να είστε υπεύθυνα άτομα". Και κάπως έτσι με αυτή την υπόσχεση ο πατέρας τους υοθέτησε τον σκύλο με πολύ αγάπη και ευσυνιδειτότητα.
    Οι πρώτες μέρες προσαρμογής ήταν λίγο δύσκολες. Το τρίχωμα του έλαμψε από καθαριότητα και τα ματάκια του γυάλιζαν από χαρά σαν το βλέμμα του αντάμωνε τα παιδιά Ο Λάκυ είχε βρει οικογένεια που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Τους ξυπνούσε με το χαρμόσυνο γάβγισμα του και ακολουθούσε το πρόγραμμα τους. Λάτρευε ιδιαίτερα τα γεύματα τους μιας και είχε το δικό του μπολ με το πιο καλομαγειρεμένο κι αχνιστό φαγητό. Μάλιστα όταν οι μικροί του φίλοι τελειώναν τις σχολικές εργασίες επιδίδονταν σε ατελείωτο παιχνίδι. Ο Λάκυ έγινε μέλος της οικογένειας , κατσούφης όταν έκανε ζημιές, ευτυχισμένος στις μικρές στιγμές ευτυχίας. Κι η Ισιδώρα σαν πιο μικρή από τον Μάρκο δεν τον αποχωριζόταν. Λάτρευε τον τρόπο του που η μουσούδα του τριβόταν στην μπλούζα της και το μικρό κορμάκι του εφάρμοζε αναπαυτικά στην αγκαλιά της. Ούτε φοβόταν τα άλλα σκυλιά σαν τον έβγαζαν βόλτα στο πάρκο, τους προστάτευε με το σπιρτόζικο πνεύμα και την γενναία ιδιοσυγκρασία τους.
     Ο Λάκυ λάτρευε να παίζει με το μικρό προβατάκι. Να δαγκώνει και να κυνηγάει το μπρελόκ σαν η Ισιδώρα το έδενε με νήμα στην άκρη μιας βέργας. Το κορίτσι το πέταγε και ο σκύλος το έπιανε.. Ώσπου άξαφνα η Ισιδώρα έπεσε στα γόνατα και σωριάστηκε στο έδαφος. Τότε ξεκίνησε η περιπέτεια της υγείας της σαν προσκομίστηκε στο νοσοκομείο. Καρκίνος είπαν οι γιατροί κι οι γονείς της συντετριμμένοι. Ο Μάρκος την επισκεπτόταν συνέχεια καθόλη την διάρκεια της θεραπείας μιας και χρειάστηκε να νοσηλευτεί αρκετές φορές.
"Μάρκο νιώθω τόσο αδύναμη"
"Μην στεναχωριέσαι αδελφούλα θα περάσει!"
Μια μέρα λοιπόν ο παμπόνηρος Μάρκος σκέφτηκε πως μια μικρή έκπληξη θα την χαροποιούσε από το κλίμα της νοσοκομειακής πτέρυγας, με τα σωληνάκια και τα ιατρικά μηχανήματα. Ήταν τόσο κουρασμένη, και η επιδερμίδα της ωχρή. Φορούσε ένα μικρό ροζ καπελάκι της Barbie μιας και είχε χάσει όλα τα μαλλιά της.
"Ισιδώρα, σουτ! Κάνε ησυχία! Έτσι και με πάρει χαμπάρι ο μπαμπάς θα με τιμωρήσει!"
Άνοιξε προσεκτικά την σχολική του τσάντα, και δυο πεταχτά αυτάκια ξεπρόβαλαν. Ακολούθησαν δυο μπιρμπιλωτά ματάκια και μετά μια μουσούδα. Επιτέλους η νεαρή αντίκρισε τον  Λάκυ που τόσο της έλειπε. Έπεσε καταπάνω της, την έγλυψε ξανά και ξανά! Τον κανάκεψε με τα χέρια της . Χάιδεψε την ράχη του λαιμού του. Κι αυτός γουργούρισε από χαρά!
"Σε ευχαριστώ πολύ Μάρκο".
"Γεια σένα τα πάντα".
   Και οι μέρες πέρασαν κι έγιναν μήνες. Ο Λάκυ καθήμενος στο ξύλινο σπιτάκι του περίμενε τα αφεντικά του να επιστρέψουν ύστερα από μια κουραστική μέρα. Η αλήθεια είναι ότι του έλειπε η Ισιδώρα, που είχε μέρες να την δει. Έτσι κι ήταν άνθρωπος, θα μπορούσε να την αγκαλιάσει, κι αν ήταν γιατρός , όπως αυτοί με τα λευκά πουκάμισα να της πάρει τον πόνο και να διώξει κάθε άσχημη σκέψη μακριά Την ονειρευόταν να επιστρέφει από το μεγάλο λευκό κτίριο Με τα πυκνά μαλλιά της, το πλεχτό σκουφάκι πάνω στο καραφλό κεφαλάκι της προηγούμενη φορά του είχε φανεί τόσο περίεργο, αλλά δεν τον ένοιαξε γιατί η θέρμη στα μαγουλάκια της φανερώθηκε σαν τον αντίκρισε. Κι εκείνα τα δάκρυα χαράς σαν ο δείκτης της τον χάιδεψε κάτω από το πιγούνι αγαλλίασε η καρδιά του. Δάκρυα που πλήθυναν και έγιναν σταγόνες βροχής ένα βράδυ του φθινοπώρου. Οι προβολείς του οχήματος του Κύριου Μπάμπη στόχευσαν κατά πάνω του. Κεραυνοί διέτρεξαν τον ουράνιο θόλο.. Ο Μάρκος έτρεξε προς τον Λάκυ .. Τα μάτια του κατακόκκινα ενώ ρυάκια, ποταμοί δακρύων έρεαν ορμητικά παρά την ορμητική βροχή. Το έντονο χτυποκάρδι του τρόμαξε το σκύλο. Κάτι κακό είχε συμβεί! Η Ισιδώρα..
"Η Ισιδώρα, έφυγε Λάκυ" ο Μάρκος ξέσπασε σε λυγμός, ο Λάκυ φάνταζε ανήσυχος προσπαθώντας να αποδικοποιησει τα λόγια .
"Πήγε στον κόσμο των αγγέλων . Θα μας προσέχει από εκεί ψηλά." ο Μάρκος ανασήκωσε το μπρελόκ από την φωλιά του Λάκυ καθώς αυτός με την γλωσσίτσα του προσπάθησε να γλύψει τα δάκρυα του νεαρού..
   Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν βουβές και πένθιμες.. Κι ο πόνος ασήκωτος.. Κι ο Λάκυ  έπαιζε με το προβατάκι κι θεωρούσε ώς αποστολή να προσφέρει χαρά και χαμόγελα στα πρόσωπα των αγαπημένων. Θλιβόταν όταν έβλεπε την μητέρα των παιδιών μονάχη στο δωμάτιο να αγκαλιάζει την σχολική ποδιά κι να κλαίει βουβά. Η όταν ο κυρ Μπάμπης ασχολούνταν με την ξυλουργική για να ξεπεράσει το χαμό της μικρής. Κι οι δυο γονείς είχαν ρίξει την αγάπη τους πάνω του
    Θλιβόταν όταν έβλεπε την μητέρα των παιδιών μονάχη στο δωμάτιο τους,να αγκαλιάζει την σχολική ποδιά της κι να κλαίει βουβά. Η όταν ο κυρ Μπάμπης ασχολούνταν με την ξυλουργική για να ξεπεράσει το χαμό της μικρής. Κι οι δυο γονείς είχαν ρίξει την αγάπη τους πάνω στον νεαρό αγόρι , όμως η θέση της κόρης τους ΄ταν αναντικατάτη.. Ο Λάκυ έγινε ο μικρός αδερφός του Μάρκου. Τον περίμενε πως και πως μετά το σχολείο. Κι τις κυριακές πηδούσε ανέμελα γύρω από το τραπέζι της οικογένειας ώσπου ο χρόνος κύλησε, οι μέρες έγιναν εβδομάδες, και εβδομάδες δεκατρία χρόνια Ο  Λάκυ τους συντρόφευε σε κάθε βήμα της ζωής τους. Από το πρώτο λεπτό της ημέρας, τους ξυπνούσε ευχάριστα έως τους ακολουθούσε τις βόλτες στην εξοχή κατά την διάρκεια των διακοπών. Ο Μάρκος ανδρώθηκε, τελείωσε το πανεπιστήμιο, ο Λάκυ τον συντρόφευε πιστά στις αθλοπαιδιές του τοπικού γυμναστηρίου αν και μεγαλύτερος πλέον συνέχιζε να λατρεύει το κυνηγητό της μπάλας μα δεν το αντάλλασσε ποτέ με το χνουδωτό μπρελόκ...Πάντα ένιωθε την αύρα της να τον τυλίγει.. Και ήξερε πως κάποτε θα την συναντήσει..

   Ένα από εκείνα τα βράδια που την ονειρευόταν όπως πάντα, που την περίμενε να έρθει από το νοσοκομείο. Η καρδία του δεν άντεξε, έσπασε και η ύστατη πνοή του ράγισε την εύθραυστη θνητότητα του.. Η οικογένεια λύγισε σαν τον αντάμωσε την επομένη μέρα. Είχε σταθεί αντάξιος φύλακας. Κοιμόταν με το προσκέφαλο στραμμένο στο προβατάκι, η ευωδιά της, το αποτύπωμα της ψυχής της. Ήξερε πως ήταν πάντα δίπλα του κι ας έλειπε, με τον ίδιο τρόπο θα τον πλησίαζε χρησιμοποώντας το τεχνασμά της.. Κι έτσι έγινε, νικημένος από την ηλικία και τα δεσμά του χρόνου, θαμμένος στα σπλάχνα του αιώνιου ύπνου.. Αντήχησε μέσα από μια νεφελώδη εσάνς ένα χαρούμενο γέλιο. Σαν πλησίασε δειλά ο σκύλος αντίκρισε μια εύθυμη φιγούρα με ένα τεράστιο χαμόγελο μέσα σε  άυλη ολόλευκη φορεσιά και τα μαλλιά της ήταν στιλπνά και μεταξένια. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του ουρανού σαν έπαιζε στα χέρια της με το μικρό προβατάκι... Ήταν η Ισιδώρα, ολόανθη, παραδεισένια και ανάμενε την αφιξή του..Όπως τότε πριν χρόνια.. Θα την συντρόφευε μέχρι να ανταμώσουν όλοι μαζί. Θα ήταν ο προστάτης και ο φύλακας Άγγελος της. Και η Ισιδώρα τον κανάκεψε όπως ποτέ.. και η χαρά του ήταν πρωτόγνωρη καθώς ανείπωτη ευτυχία πλημμύρισε το ιριδίζον κορμί του..

Β.Γ.Μ

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα

Τελευταία άρθρα από τον/την Βασιλική Μπούζα