Φουριασμένη η νύχτα πήδηξε από την αγκάλη του ουρανού
και βούλιαξε στον εβένινο βυθό των ονείρων.
Κάποια άστρα έλαμψαν από ψηλά
ψιθυρίζοντας ένα λυπητερό τραγούδι .
Μαγεία όμοια με χρυσόσκονη
απλώθηκε πάνω από την κοιμισμένη πόλη.
Θαρρείς όνειρο τρελό είδε κάποιος,
μια απατηλή μορφή , νεραϊδογέννητη
να τον αγκαλιάζει στοργικά στο άσπιλο χιόνι.
Θες το κρύο κι η παγωνιά τον τύλιξαν
στο σκοτάδι της αβύσσου.
Έμοιαζε με ρυάκι το αίμα που κηλίδωνε
την αθωότητα του παραδείσου .
Ψυχές αμαρτωλές
στην όψη τρομακτικές,
με αβυσσαλέες κραυγές
τον κυνήγησαν μέχρι τον ποταμό των δακρύων .
Το ξερε .. Ήταν αργά , έπρεπε
να εγκαταλείψει τον κόσμο των αγίων.
Πρόσκληση στην αντίπερα όχθη
φλογερό χαμόγελο που έμοιαζε με λόγχη.
Ρίγος κι οδυρμοί σαν έκαιγε η πληγή.
Ήξερε πως έπρεπε να εξιλεωθεί
μα που να περίμενε πως είχε πλανηθεί
από αυτό το εβένινο κορμί .
Δυο βήματα για να το πλησιάσει
δυο ανάσες για να τον αφαιμάξει..
Ανήμπορος να σταθεί στο γόητρο της ,
σάλεψε να κρατηθεί από τον μηρό της .
Ιστός από Γαλάζιες φλέβες τον παγίδεψε
σαν η πορφυρή της μάτια τον ακινητοποίησε
Στον ορμητικό βούρκο..
σκελετωμένα άκρα καρφώθηκαν ,
βύθισαν το κουφάρι .
Ασάλευτος , χωρίς πνοή
βρέθηκε στον πυθμένα .
Σ' όρκο τον έταξε
να αναγεννηθεί κι
ύπνο βαθύ να διώξει .
Κι η καρδιά άρχισε να πάλλεται
κι να διψά για αίμα .
Με ένα φιλί σαν ψέμα
τόσο γλυκό , τόσο ποθητό
αντίκρισε την ολόλαμπρη της φύση .
Δεν ήταν μάγισσα , ούτε στοιχειό ,
μοναχά μελαχρινό αηδόνι .
Δαίμονας αγγελικά πλασμένος
Βασιλική Μπούζα © 5/4/2016