Το κοράκι Print by heavenshirel | Raven art / www.pinterest.com

   Αναλογιζόταν πόσες ώρες πολεμούσε. Ο Ερρίκος είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου μπρος τα σφαγιασθέντα με τα δυσκολίας κινούμενα κουφάρια των στρατιωτών του οθωμανικού ζυγού.. Διψούσε αφάνταστα, μα γνώριζε πως αν περνούσε στην πλευρά του Παραδείσου θα γευόταν το υδρόμελο των θεών. (ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΡΤ1  ,ΤΟ ΠΑΡΤ 2, ΤΟ ΠΑΡΤ 3 , ΤΟ ΠΑΡΤ 4, ΤΟ ΠΑΡΤ 5 ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ)
Τα ξίφη αντηχούσαν, οι πελέκεις σφυροκοπούσαν. Τα βέλη σκόρπιζαν ρυάκια αίματος ενώ οι ασπίδες έμοιαζαν με καρυδότσουφλα. Το υγρό πυρ κατέστρεψε τις επιτιθέμενες ορδές των Οθωμανών αλλά οι πρώτες ύλες παρασκευής και οι προμήθειας τελείωναν κι ας οι μπαρουταδες ανέμειγαν τα ύστατα υπολείμματα δικαιοσύνης. Τα τείχη έτριζαν από το μένος των πολεμιστών Και εκείνη κερκόπορτα, η άτιμη δίοδο άνοιξε στις ιαχές του θανάτου.
   Ένα Κοράκι έκραξε πάνω από το πεδίο της μάχης, σε κυκλική πορεία κατευθύνθηκε πάνω από τις σορούς των νεκρών πολεμιστών ύστερα προσγειώθηκε ανάμεσα στους μαχόμενους . Θαρρείς και ο Οντίν είχε στείλει τον αγγελιοφόρο του να προ οικονομήσει το χάος και την καταστροφή.
"Μία άψυχη θανατηφόρα μηχανή δίχως βούληση. Γιατί θεέ μου επιτρέπεις τέτοια δυσωδία τέτοιο κανιβαλισμό; Γιατί οι άνθρωποι να γίνονται πιόνια, ανόητοι αριθμοί; " κούνησε αποδοκιμάστηκα το κεφάλι του.
    Άξαφνα σαν βλεφάρισε  ανείπωτη παγωνιά κυρίευσε κάθε κύτταρο του κορμιού του, προσμετρώντας εκατοστό εκατοστό του την ραχοκοκαλιά του. Λες κι το εβένινο σκότος τύλιξε την όραση του στο ομιχλώδες πέπλο του. Απομονώθηκε η αίσθηση της ακοής καθώς κι η αίσθηση του χρόνου. Σκυθρωπές φιγούρες μάχονταν τόσο αργά, σαν εξασθενημένα αποτυπώματα στον άξονα του χωροχρόνου. Κανένας πολεμικός αλαλαγμός δεν έβγαινε από τα χείλη, αντί για αυτό, παρατήρησε την ταχύτητα του κόρακα που περνούσε ανάμεσα τους ώσπου προσγειώθηκε στο κέντρο του πεδίου της μάχης και ένας σκοτεινός στρόβιλος , μία ανεξήγητη μυστηριώδη δύναμη από πούπουλα κι εβένινα φτερά κατάπιε τον κόρακα και τον μετέτρεψε σε μία θολή γυναικεία φιγούρα, τυλιγμένη σε κόκκινο αραχνοΰφαντο τούλι. Μπροστά του βρισκόταν η Μοριγκαν. Μία άγρια κραυγή, όμοια με αρπιας σκούξιμο  ικανό να σπάσει τα τύμπανα σου και να σε τρελάνει! Ο Ερρίκος κάλυψε τα αυτιά σαν αλλοτινός Οδυσσέας. Λες και φοβήθηκαν την οργή της, οι μαχητές έπεσαν στο έδαφος και σπαρταρούσαν σαν τα ψάρια μέσα τα δίχτυα της αθάνατης τιμωρού! Ιπτάμενες λεπίδες εκτόξευσε από το φυλλοκάρδι της προς κάθε κατεύθυνση. Δεν ήταν πια γυναίκα , μα κτήνος όμοιο με κινούμενο τυφώνα. Χάρη στην ικανότητα των αλμάτων της και στην εξωφρενική ταχύτητα της μετουσιώθηκε σε ένα τέρας που κατέτρωγε τις σάρκες των πεθαμένων
"Ερρίκο πρόσεξε" φώναξε ο Ιωάννης, συμπολεμιστής του.
    Ο Ερρίκος αισθάνθηκε την κόψη μιας Χατζάρας κοντά στο πρόσωπό του. Ρανίδες αίματος έτρεξαν από την πληγή πάνω στο μάγουλο του. Αμυνόμενος έπεσε στο έδαφος να αποφυγει το φονικό όπλο. Ο οργισμένος  αντίπαλος του όρμηξε κατά πάνω του να τον ποδοπατήσει, ο Ερρίκος σύρθηκε μήπως αποφύγει τις επιθέσεις τους παρόλα αυτά σφάδαζε στις κλοτσιές του! Ο Οθωμανός αδυνατούσε να τον καρφώσει με το σπαθί του και έπεσε πάνω ρου σαν λυσσαλέο σκυλί. Πιάστηκαν στα χέρια, τα χτυπήματα ήταν αλλεπάλληλα και ο πόνος οξύς! Από την ζώνη του εμφάνισε ένα μαχαίρι, αποθηκευμένο στο θηκάρια της ζώνης του κι το έχωσε με δύναμη στα πλευρά του Ερρίκου. Ύπουλο χτύπημα ψέλλισε ο Ερρίκος και συλλέγοντας τις εναπομείναντες δυνάμεις του , εστίασε σε μια δυνατή και απρόσμενη αντεπίθεση, σε μία ανάπαυλα της στιγμής ο Οθωμανός  υπέστη  ένα ξαφνικό χτύπημα στο κρανίο από την τη λαβή του σπαθιού του Ερρίκου και ύστερα με θυμό κι οδύνη αποκεφαλίσθηκε από την λεπίδα.
    Ο Ιωάννης υστερούσε στις επιθέσεις ενός Οθωμανού αξιωματικού. Σε μια προσπάθεια βοηθείας ο Ερρίκος χώθηκε ανάμεσα  τους. Η πληγή του στα πλευρά έτσουζε μα δεν τον ένοιαζε θα έκανε τα πάντα για να προστατεύσει τον συμπολεμιστή του. Τα σπαθιά τους διασταυρώθηκαν για μερικά δευτερόλεπτα. Ο ήχος του ατσαλιού ηχούσε ξανά και ξανά σε κάθε πρόσκρουση. Η αποφασιστηκότα διαγραφόταν στα χείλη του Ερρίκου. Αμυντική η στάση του αξιωματικού. Ένα δυνατό χτύπημα του φρουρού της Βασιλεύουσα και χαθεί το όπλο  του αντιμαχόμενου από τα χέρια.  Γονάτισε κουρασμένος στην τρέλα του να πιασει οποιαδήποτε αμυντικό όπλο κάποιου πεσμένου πολεμιστή .. ο  Ερρίκος κατάφερε να διαπεράσει από το σώμα του την λεπίδα και να πέσει τραυματισμένος στο έδαφος.
Άξαφνα προς τον Ερρίκο κατευθύνθηκαν τέσσερα άτομα με ξίφη, προσπάθησε  αντεπεξέλθει στις επιθέσεις . Ο Ιωάννης κάλυπτε τα νότα του όταν τραυματίστηκε από ένα βέλος  και στην συνέχεια το τσάκισε ώστε αν αποφύγει οποιαδήποτε ανεπιθύμητη λαβή
Τράβα να φροντίσεις το τομάρι σου.
Δεν σε εγκαταλείπω.
Είναι πολλοί φύγε
    Όντως ήταν πολλοί , κι αυτό ήταν άναδρο εκ μέρους των μαχητών. Μα οι Οθωμανοί ήταν περισσότεροι και είχαν διακρίνει τις ηγετικές παρουσίες των δυο άντρων Ο Ερρίκος απέφυγε μια επίθεση και κατευθύνθηκε προς έναν νέο πολεμιστή. Τα μάτια του γυάλιζαν από μίσος και τα χείλη του οργή Ο Ι ωάννης ούρλιαξε σαν πληγώθηκε στον ώμο από την λυσσαλέο γρόνθο. Ένιωσε τις ακίδες της μπάλας να βυθίζονται στην σάρκα του παρά την πανοπλία και να σπάνε τα κοκάλα του από την δύναμη του χτυπήματος. Ο Ερρίκος Έτρεξε να προλάβει τον συμπολεμιστή του. Αυτό το λάθος του στοίχησε μια μία ξεγυρισμένη γροθιά στο πρόσωπο Η όραση του θόλωσε. Ζαλίστηκε.. Παραπάτησε, στην προσπάθειά του να διαφυλάξει το συμπολεμιστή , ύψωσε το ξίφος στον άντρα που επιτεθούν στον συμπολεμιστή του. Κατάφερε να κρατήσει αντίσταση, αλλά το σπαθί του όλο και βάραινε Ένας Τούρκος Τούρκος  τον κλώτησε στην πλάτη και παρά την αντοχή του κάποια  έπεσε στο έδαφος..
Πέθανε σκυλί
Σήμερα η πόλη θα γίνει δική μας. Κρίμα που θα έχεις πεθάνει να δεις τους εορτασμούς.
Κι αν πεθάνω, κι αν πεθάνουμε όλοι εμείς θα γραφτούν τα ονόματα μας με ένδοξα χρυσά γράμματα στην Ιστορία.
Σκουλήκι!
   Ούρλιαξε, πάλεψε για την ζωή του, όπως ποτέ άλλοτε! Ένιωθε πως πλησίαζε η στιγμή και έπρεπε να φύγει ένδοξα. Όμως ο ανθρώπινος πόνος δεν έχει όρια και η λεηλασία της ψυχής , ο βασανισμός πνεύματος κι σώματος είναι το χειρότερο βασανιστήριο. Ήθελε να ζήσει, να δει την αγαπημένη του, να βεί τους άλλους Ρωμιούς  και να γλεντήσουν. Μα ήταν τόσοι πολλοί που τον μισούσαν. Τόσοι πολλοί που ήθελαν το τομάρι του.. ωσπου ένας το πέτυχε σαν παραπάτησε. Ένιωσε το ξίφος να διαπερνάει τον θώρακα του του. Να βυθίζεται βίαια στην καρδιά του και το αίμα να κηλιδώνει τα χείλη του......
Άξαφνα ο χρόνος πάγωσε για ακόμη μία φορά. Αντίκρισε  την κόκκινη μαντιλοφορεμένη ανάμεσα στο πλήθος όπου ως αλλοτινή πορφυρή αιθάλη  μετουσιώθηκε σε μαύρο καπνό . όπου πούπουλα κι  σκοτεινά φορά απλώθηκα σαν σκοτάδι γύρω του και το βλέμμα τον κόρακα που πετούσε πάνω από τη μάχη θα μετέφερε το μήνυμα στον Οντίν . Μήπως ήταν στάχτη του καπνού ή μήπως χιονιφάδες, έγλυψαν απαλά τα ακροδάχτυλα του ακολουθώντας τις αυλακώσεις τους. Ήχησαν φτεροκοπήματα, έστρεψε το πρόσωπό του στον ουρανό, ιπτάμενα άλογα ξεπρόβαλλαν από το πουθενά οι Βαλκυρίες θέλησαν να τον ανταμώσουν για να τον οδηγήσουν στην Βαλχάλα. Λίγο πριν σβήσει η ασθενική πνοή του το μυαλό του ανάτρεξε στην αγαπημένη , το θολό βλέμμα μετακινήθηκε ελαφρός αντίκρισε την Ειρήνη να ξεψυχά ξαπλωμένη πλάι του, πίσω της γινόταν χαμός κατατην εισβολή των Οθωμανών στην πόλη.. Καρτερικά άπλωσε το χέρι, η παλάμη της κρύφτηκε μέσα στην χούφτα του απολαμβάνοντας τη Γαλήνη του αιώνιου  ύπνου.


οοοοοοοοοοοοοοοοο


   Τα λόγια του Παλαιολόγου αντηχούσαν σαν προσευχή στα αυτιά της. Το σθένος και η ανδρεία του  επηρέασε τους πάντες για την προάσπιση της Βασιλεύουσας. Κι ύστερα η ύστατη μεταλαβιά φυλαχτό στον κόρφο της.. Μα το μυαλό της έτρεχε σε εκείνον, όπως και η καρδιά της βροντοχτυπούσε διψώντας για ψήγματα ευτυχίας στο χάος της πολιορκίας.
Ο ορμητικός χείμαρος των Οθωμανών πλημμύρισε κάθε πλακόστρωτο σοκάκι και ύποπτη δίοδο. Η πτώση της κερκόπορτας λάβωσε  το αίσθημα της ασφάλειας των Ρωμιών
Οι κατακτητές αναφώνησαν "γκιουλ τζαμί" σαν αντίκρισαν την μεγαλοπρέπεια του ναού των ρόδων. Χιλιάδες τριαντάφυλλα από την άκρη της οικουμένης. Αχ  και ήταν  προσφορά στον Αλλάχ Πόσο καλά θα τους αντάμειβε στην επουράνια κυριαρχία του.
   Κάποιοι πολιορκητές διέταξαν να μην πειραχτεί τίποτα λόγω τς μεγαλοπρέπειας του ναού,  μα οι φανατικοί ισλαμιστές δεν άντεξαν κι επισφράγισαν με το μένος τους ότι βρισκόταν στο πέρασμα τους. Έσπασαν, λεηλάτησαν, ποδοπάτησαν ξεχνώντας κάθε ίχνος ανθρωπιάς. Τις εκκλησιές αμαύρωσαν πετώντας  μανουάλια, χαρακώνοντας τις εικόνες κι βάζοντας φωτιά σταστασίδια... οι  εικόνες των αγίων δάκρυσαν μπρος την αιματοχυσία των αθώων μαρτύρων. Σε ανύποπτο χρόνο η μάχη ξεκίνησε σε κάθε γωνιά  της αυτοκρατορίας. Οι πιο θραλέελοι πολίτες θελήσαν να υπερασπιστούν τα κεκτημένα τους απέναντι στους πολιορκητές. Τι κι αν δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από  την οργή του οθωμανικού ζυγού, ήταν αποφασισμένοι για την επιβίωση τους. Οι θύρες έκρουσαν, τα βιτρό έγιναν θρύψαλα, η εκκλησία βεβηλώθηκε από τα αιματοβαμμένα γιαταγάνια τους. Έντρομοι οι πιστοί διαχύθηκαν στον χώρο. Ξέσπασαν σε λυγμούς, γρονθοκοπήματα, και κραυγές απόγνωσης καθώς στράφηκαν σε μάχη σώμα με σώμα. Ο ιερός χώρος μετατράπηκε σε τόπος μαρτυρίου με σκοπό την αγιοσύνη. Τα μάτια των αγίων δάκρυσαν από ανείπωτη θλίψη μπρος την επικείμενη σφαγή των αθώων. Κι  εκείνοι αβοήθητοι  στο έλεος του χριστού λίγο πριν ξεψυχήσουν.
   Κι όσο μάχονταν στο προαύλιο , και στις αλέες τόσο άρχισαν τα κτίσματα να μετατρέπονται σε ερείπια, και τα έγκατα τους να πλημμυρίζουν από αίμα αθώων. Η  Ειρήνη προσπάθησε να φυγαδεύσει τα παιδιά της ταβερνιάρισσας ακολουθώντας την αδερφή της. Ο πατέρας τους , τους πρόσφερε δίοδο καθώς  πιάστηκε στα χέρια με έναν Τούρκο Στοχεύσαν όλες τους τις δυνάμεις στην δύναμη του πετροπόλεμο. ο πατέρας με ένα βαρύ ξύλο, μπάζο απο κάποιο ξεκολλημένο δοκάρι  τον κοπάνησε κι τράπηκαν όλοι μαζί σε φυγή.
   Η Eιρήνη θέλησε να προστατέψει το γαλάζιο τριαντάφυλλο της, ενθύμιο από τον Ερρίκο, περνώντας το από την εικόνα της Παναγιάς. Καθώς έτρεχε να ξεφύγει από το οργισμένο πλήθος, ένα βρόμικο χέρι  την την άρπαξε με την ιδέα να βεβηλώσει την τιμή της. Το πρόσωπο του έσταζε λύσσα, τα μάτια του πύρινα όπως οι φλόγες της κόλασης. Το τουρμπάνι στο κεφάλι του βρώμα, κι εκείνα τα άμφια χολέρα κηλιδωμένη όπως τα κατακάθια κι οι βρομιές στις μπότες του. Αντιστάθηκε, τον χτυπούσε με όλη την δύναμη της, κι αυτός πληγώθηκε από τα αγκάθια του τριαντάφυλλου σαν το κρατούσε ως ασπίδα στην εσοχή του μπράτσου της. Με μια βίαιη κίνηση  της άστραψε μια  σφαλιάρα. Έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο πάτωμα . Τα σαρίκια του το ποδοπάτησαν και τα πέταλα του σκόρπισαν στο πάτωμα.  Κι όσο το βλέμμα του ήταν  εκεί   σαν στράφηκε πάνω της , η ε χούφτα της έπιασε ένα σπασμένο πλίνθο, μια πεσμένη κοτρόνα και έστρεψε όλη την δύναμη της στο κεφάλι του κατά  στην προσπάθεια της να τον αποφύγει. Ρυάκια αίματος κύλησαν στο κρανίο του. Ο πολεμιστής οργίστηκε ακόμη πιο πιο πολύ. Μέσα στην θολούρα του νου και παραπατώντας, χέριξε το βάρος πάνω της  με σκοπό να της σκίσει το φόρεμα, άλλα πριν το καταλάβει οι αισθήσεις της την εγκατέλειπαν. Γιατί το γουρούνι, με το λεπίδι του της ξέσκισε τα πλευρά με το κοπίδι του, κριμένο στην εσοχή της πανοπλίας του. Τι άναδρο εκ μέρους του.... Μια λαβωματιά, στο ίδιο μέρος με τον αγαπημένο της.  Μια πληγή στα σπλάχνα, ένα άγγιγμα κηλιδωμένο με αιμάτινες ρανίδες.. Κι εκείνο το κοτσάνι, τσαλαπατημένο, με τα μαγικά πέταλα διάσπαρτα στο έδαφος, έτεινε να τα αγγίξει έτσι θα ένιωθε την ζεστασιά του Ερρίκου πλάι της, σαν τα ακροδάχτυλα της να αγκαλιάζουν την χούφτα του.

   Μέσα στο σκοτάδι του νου, το έρεβος της νύχτας, αντίκρισε την μαυροφορεμένη γυναίκα να της γνέφει και να γονατίζει πλάι της ακουμπώντας  το ευλογημένο χέρι στο μέτωπο της. Επίσης  της έτεινε την επουράνια σκάλα προς τα νεφελώματα του Παραδείσου.  Η Ειρήνη άγγιξε για τελευταία φορά τα πληγωμένα πέταλα του τριαντάφυλλου, ραντισμένα από το αίμα της και άξαφνα με την θωριά του νου, βρέθηκε δίπλα στον αγαπημεο της Ερρίκο τα χείλη του ξερνούσαν αίμα. Πόθησε να αγγίξει για τελευταία φορά  το αλαβάστρινο μάγουλο του όταν της έπιασε νωχελικά  την χούφτα της  και για μια στιγμή αναζωπυρώθηκε η θέρμη τους πριν γευτούν τον αιώνιο λήθαργο. Κειτόταν  ο ένας πλάι στον άλλο παράδοξα ευτυχισμένοι με το αίσθημα της αγαλλίασης, μακάρι να αγκαλιάζονταν στην άσβεστη παγωνιά του Άδη όταν σκιές κάλυψαν τα σώματα τους.Οι Βαλκυρίες των μύθων  και των θρύλων πέταξαν πάνω από το πεδίο της μάχης και συλλέξαν τους ατρόμητους πολεμιστές. Πριν ακόμη το καταλάβει η ψυχή του Ερρίκου , ως ιριδίζον φασματικό σώμα βρέθηκε να καλπάζει  σε ένα λευκό Πήγασο με πρωτεργάτη την Φρέγια, την Θεά πολεμίστρια, εγκαταλείποντας την Ειρήνη στην αγκαλιά του Αδη. Νόμιζε πως τον αποχαιρετούσε με ένα πέταγμα των βλεφάρων της.  Ανεξαρτήτως χωροχρόνου οι πολεμιστές όλο και πλήθαιναν πάνω στα άλογα με προορισμό την ασγάρδη... Ενώ οι Ειρήνη  καλούνταν να βιώσει τις δοκιμασίες των 40 ημερών και την ανάσταση τν ψυχών τους κατά την Επουράνια Βασιλεία του Κυρίου.

 

Βασιλική Μπούζα

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα

Τελευταία άρθρα από τον/την Βασιλική Μπούζα