«Η Νίκη έχασε τη μαμά της στις αρχές του χρόνου· ωστόσο είναι αποφασισμένη να αναστήσει μέσα της την ελπίδα ανακαινίζοντας ριζικά έναν ορεινό ξενώνα που της άφησε εκείνη σε ένα πολυτελές θέρετρο διακοπών. Η Νίκη καταφέρνει να γκρεμίσει και να χτίσει τον μικρό οικισμό από την αρχή, να τον ανοίξει το ίδιο καλοκαίρι, να κάνει τη δουλειά της μαμάς της, χωρίς τη μαμά της. Είναι ο τρόπος της να ξεπεράσει τον χαμό της.
Η Ελισάβετ είναι αστυνομικός, αλλά, όταν λαμβάνει ένα παράξενο γράμμα που την προσκαλεί σε ένα θέρετρο διακοπών, η περιέργειά της χτυπάει κόκκινο και αποφασίζει να πάει και να μάθει ποιος την κάλεσε και γιατί. Εκεί θα βρει διάφορους πλούσιους και διάσημους να απολαμβάνουν τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού τους.
Όλοι, ωστόσο, κρατούν καλά κρυμμένα κάποια μυστικά, κι όταν η Μαντώ, μια νέα γυναίκα που κάνει και εκείνη διακοπές στον οικισμό, τους προκαλεί ανακοινώνοντάς τους ότι γνωρίζει τα μυστικά των περισσότερων, κάποιος θα κάνει τα πάντα για να προστατέψει το δικό του μυστικό» (οπισθόφυλλο).
Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που κυλάει αρχικά αργά και στη συνέχεια οι αποκαλύψεις είναι καταγεστικές. Από τον τίτλο και μόνο σου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Ποιοι μένουν; Ποιοι έχουν φύγει; Τι συνδέει όλους όσους βρίσκονται στο πολυτελές θέρετρο; Το μυστήριο σε καλεί από την αρχή να λύσεις την υπόθεση και να «κατανοήσεις» τι συνδέει όλα αυτά τα άτομα. Και να ανακαλύψεις ποιος είναι ο δολοφόνος και ποιο το κίνητρό του.
Αν και στην αρχή η παρουσίαση όλων των πρωταγωνιστών δυσκολεύει να βάλεις σε μία τάξη τα πράγματα, να συνδέσεις ονόματα – σχέσεις – ρόλους, ωστόσο αν επικεντρωθείς στην ανάγνωση όλα ξεδιαλύνονται και μπαίνουν σε μία σειρά.
Η υπόθεση του βιβλίου είναι δυνατή, αλλά θα ήθελα περισσότερη ανάλυση του ψυχογραφήματος των πρωταγωνιστών. Είναι όλοι ιδιαίτεροι, ξεχωριστοί, με τα δικά του θέματα ο καθένας, που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν περισσότερο και να διεισδύσουμε πιο πολύ στις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους και εν τέλει στο τι οδήγησε τον δολοφόνο να πράξει το έγκλημα.
Ναι, όλοι τους έχουν ένα κίνητρο και αυτό είναι το δυνατό σημείο της ιστορίας, καθώς σε κάθε σελίδα αναιρείς την κάθε υποψία σου για τον δολοφόνο και λες «Μπά, μάλλον ο τάδε είναι», «Όχι, λάθος, η άλλη πρέπει να είναι». Η απουσία, ωστόσο, της εις βάθους ανάλυσης των χαρακτήρων, μειώνει κάπως το ενδιαφέρον και την ταύτιση μαζί τους.
Αυτό είναι το μόνο που δεν με ικανοποίησε στην ιστορία, η οποία, όπως ανέφερα, είναι πολύ καλή σαν ιδέα. Βέβαια, θα πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως, Μαρίας Νάσιου, οπότε δικαιολογείται κάπως η μη αναλυτική παρουσίαση της ψυχοσύνθεσης των πρωταγωνιστών.
Τέλος, μου άρεσε η ανατροπή! Η αστυνομικός, η οποία δεν είναι «προβληματική», όπως είναι συνήθως οι περισσότεροι αστυνομικοί και ντεντέκτιβ στις αστυνομικές ιστορίες. Αλλά και ο δολοφόνος; Δεν θα πω περισσότερα, γιατί θα κάνω spoiler, αλλά επιτέλους κάτι διαφορετικό!
«Αυτοί που μένουν» ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο συνδυάζει το μυστήριο και τις ανθρώπινες σχέσεις, την απώλεια και την προσωπική ανάσταση! Μία ιστορία μυστηρίου έντονα συναισθηματικά φορτισμένη.