«Δεκέμβριος 1975
Η Λίζυ, μια νεαρή εκπαιδευτικός, φτάνει σε μια ορεινή περιοχή της ελληνικής επαρχίας, με στόχο να μετατρέψει ένα παλιό μοναστήρι σε πρότυπο σχολείο.
Καθώς ο χειμώνας περικυκλώνει το βουνό, μια σειρά από ανεξήγητα, ανατριχιαστικά γεγονότα βάζουν την ίδια –αλλά και όλο το έργο– σε κίνδυνο,
ενώ, καθώς περνούν οι μέρες, οι άνθρωποι γύρω της φαίνονται όλο και πιο ύποπτοι.
Η Λίζυ πρέπει να προλάβει να ανακαλύψει την αλήθεια, πριν η ιστορία της γίνει τραγουδάκι, σαν αυτά που σιγοψιθυρίζουν τα παιδιά για να τρομάζουν…
Αν ήξερε για πού κινούσε, να πετρωθεί θα προτιμούσε.
Να πετρωθεί και να βουλιάξει, παρά εκεί μέσα να κοιτάξει» (οπισθόφυλλο).
Τι πιο όμορφο από τα παιδικά τραγουδάκια; Μία ωραία πεταλούδα, αχ κουνελάκι, έχω ένα μικράκι ελεφαντάκι, και άλλα πολλά. Τι γίνεται, όμως, όταν τα παιδικά τραγουδάκια ακούγονται ψυθιριστά μέσα σε ένα παλιό μοναστήρι; Τι γίνεται όταν ακούγονται διάφοροι θόρυβοι; Τι συμβαίνει όταν τα «παιδικά τραγουδάκια» προκαλούν τρόμο;
Υπάρχουν τίτλοι που λειτουργούν σαν παραπλανητική υπόσχεση· σε καλούν με μια αθώα μελωδία, για να σε οδηγήσουν σε σκοτεινά δωμάτια. Το «Παιδικά Τραγουδάκια» ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Η ειρωνεία του τίτλου δεν είναι απλώς εύρημα· είναι ο πυρήνας της αφηγηματικής στρατηγικής του βιβλίου. Το παιδικό τραγούδι —σύμβολο αθωότητας, ρυθμού και επανάληψης— μετατρέπεται σε μοτίβο εμμονής, σε ηχητικό φάντασμα που στοιχειώνει τη μνήμη και τη συνείδηση.
Η ιστορία τοποθετείται σε ένα ορεινό, απομονωμένο τοπίο της ελληνικής επαρχίας, τον Δεκέμβριο του 1975. Ένα παλιό μοναστήρι, που φιλοδοξεί να μετατραπεί σε πρότυπο σχολείο, λειτουργεί ως σκηνικό σχεδόν γοτθικό: πέτρινοι τοίχοι, παγωμένος αέρας, σιωπές που δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Ο χώρος δεν είναι απλώς φόντο· είναι οργανικό στοιχείο της αφήγησης. Η κλειστοφοβία του τοπίου καθρεφτίζει την ψυχολογική ασφυξία των ηρώων. Η απομόνωση δεν είναι μόνο γεωγραφική — είναι υπαρξιακή.
Στον άξονα της αφήγησης βρίσκεται η Λίζυ, μια νέα εκπαιδευτικός που αναλαμβάνει να υπηρετήσει ένα ιδεαλιστικό όραμα. Ωστόσο, η συγγραφέας αποδομεί γρήγορα το στερεότυπο της «φωτεινής ηρωίδας». Η Λίζυ δεν είναι φορέας βεβαιοτήτων· είναι ένα πρόσωπο ραγισμένο από αμφιβολίες, ευάλωτο σε εσωτερικούς κραδασμούς. Η πορεία της δεν είναι απλώς μια διαδρομή αποκάλυψης ενός εγκλήματος, αλλά μια βύθιση σε ένα ψυχικό τοπίο όπου η μνήμη, ο φόβος και η ενοχή συνυπάρχουν.
Το αστυνομικό στοιχείο λειτουργεί ως σκελετός, αλλά το σώμα του μυθιστορήματος είναι καθαρά ψυχολογικό. Η Ράπτη δεν ενδιαφέρεται να σοκάρει με ωμές σκηνές ή εντυπωσιακές ανατροπές. Αντίθετα, καλλιεργεί ένα υπόγειο ρεύμα ανησυχίας. Η ένταση δεν κορυφώνεται με εκρήξεις· συσσωρεύεται με λεπτές μετατοπίσεις. Ένα βλέμμα που κρατά λίγο παραπάνω. Ένα τραγούδι που επαναλαμβάνεται. Μια λεπτομέρεια που δεν ταιριάζει. Το κακό δεν εισβάλλει απότομα — διαχέεται.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η χρήση της επανάληψης ως αφηγηματικού μηχανισμού. Όπως στα παιδικά τραγουδάκια, όπου ο ρυθμός βασίζεται στη δομή «λέξη-αντίλαλος», έτσι και εδώ ορισμένα μοτίβα επιστρέφουν επίμονα. Αυτή η τεχνική δημιουργεί μια αίσθηση αναπόδραστου. Ο αναγνώστης νιώθει πως κινείται σε έναν κύκλο, όπου κάθε αποκάλυψη οδηγεί όχι σε λύτρωση, αλλά σε βαθύτερη αμφιβολία.
Η γλώσσα της Ράπτη είναι λιτή, αλλά όχι απλοϊκή. Διατηρεί έναν έλεγχο που θυμίζει σκηνοθεσία κινηματογραφικού θρίλερ: μικρές φράσεις, σιωπές ανάμεσα στις λέξεις, σκηνές που τελειώνουν λίγο πριν από την αναμενόμενη κορύφωση. Το ανείπωτο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το ρητό. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η λογοτεχνική της ποιότητα — στην ικανότητα να υπονοεί αντί να εξηγεί.
Παράλληλα, το βιβλίο αγγίζει ζητήματα εξουσίας, ελέγχου και συλλογικής σιωπής. Το κλειστό σύστημα της επαρχιακής κοινωνίας, με τις ιεραρχίες και τα άρρητα μυστικά της, λειτουργεί ως μικρογραφία ενός ευρύτερου κόσμου όπου η αλήθεια συχνά θυσιάζεται για χάρη της τάξης. Το μοναστήρι-σχολείο γίνεται έτσι σύμβολο: ένας χώρος που υποτίθεται ότι προστατεύει και διαπαιδαγωγεί, αλλά ταυτόχρονα συγκαλύπτει.
Στο επίπεδο της κορύφωσης, η Ράπτη αποφεύγει τον εύκολο εντυπωσιασμό. Οι απαντήσεις δεν προσφέρονται ως καθαρές λύσεις, αλλά ως θραύσματα. Και ίσως αυτό είναι το πιο θαρραλέο στοιχείο του βιβλίου: η αποδοχή ότι το τραύμα δεν θεραπεύεται με μια αποκάλυψη, ούτε η αλήθεια επανορθώνει αυτομάτως το κακό.
Το «Παιδικά Τραγουδάκια» δεν είναι απλώς ένα καλογραμμένο θρίλερ. Είναι μια μελέτη πάνω στη διαβρωτική δύναμη της μνήμης και στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την αθωότητα από τη συνενοχή. Με ατμόσφαιρα πυκνή και χαρακτήρες ψυχολογικά πολυεπίπεδους, το μυθιστόρημα διεκδικεί θέση στη σύγχρονη ελληνική παραγωγή του είδους όχι ως εμπορική απόπειρα, αλλά ως λογοτεχνική πρόταση.
Και τελικά, αυτό που μένει δεν είναι το «ποιος» ή το «πώς». Είναι ο ήχος. Ένα τραγουδάκι που επαναλαμβάνεται στο σκοτάδι — και που, ακόμη κι όταν κλείσεις το βιβλίο, συνεχίζει να αντηχεί.