Το τραγούδι του Λύκου www.wallpaperflare.com

     Νιφάδες  χιονιού πασπάλιζαν το σιωπηλό καταφύγιο του απόρθητου δάσους από το αχνό ξημέρωμα μέχρι τον καθαγιασμό του ερέβους. Ένα αφράτο χαλί είχε καλύψει  τα ξέφωτα, τις απόκρημνες  βουνοκορφές, τις δύσβατες πλαγιές, ενώ η ομίχλη εξαπλωνόταν σε  κάθε εκατοστό  τυλίγοντας τα γηραιά, μα πανύψηλα έλατα. Πέρα από κάθε ανθρώπινο ίχνος, κι υπό τον έναστρο ουρανό οι Λύκοι έκαναν  την εμφάνιση τους. Ταχύτατοι σαν αστραπή  βούλιαζαν τις οπλές στους  στις χιονούρες ερευνώντας κάθε σπιθαμή για τροφή.  Τα τρομακτικά μακρόσυρτα ουρλιαχτά τους  έσκιζαν σαν κοφτερή λεπίδα την απόκοσμη σιγαλιά. Ένας μοναχικός Λύκος περιφρουρούσε τα σύνορα της αγέλης  ακολουθώντας τα στίγματα  του φεγγαριού.

     Απαστράπτον,  λαμπερό καθρεφτιζόταν  στα γαλήνια νερά της  γειτονικής λίμνης.  Μια εκτυφλωτική λάμψη αναδυόταν από τους κυματισμούς  του νερού σαν η ολόγιομη θεότητα να άγγιξε την κρυστάλλινη επιφάνεια του και  βυθίστηκε στα σπλάχνα του. Τα μάτια του στένεψαν σαν την παρατήρησε να κολυμπά έως την όχθη μεταμορφωμένη ως γυναίκα πλέον. Τα μαλλιά της λουσμένα στο  ασημένιο φως. Η επιδερμίδα της ιριδίζουσα, σφυρηλατημένη στις νότες των ουράνιων σωμάτων. Πάσχισε να κρύψει την γύμνια της μέσα σε έναν παραπεταμένο χιτώνα, κρυμμένο πίσω από τις φτέρες. Ο Λύκος κινήθηκε κατά μήκος της όχθης, παραδομένος στην επιθυμία του να πλησιάσει το «άγνωστο ον». Όταν προσέγγιζε τα κοπάδια στα λιβάδια ή τις αγροικίες, οι χωρικοί δεν εξέπεμπαν αυτή την φωτεινή αύρα. Συνήθως ήταν σκεπασμένοι με λασπωμένα τομάρια κι μπόχα από τις  πολύωρες  κτηνοτροφικές εργασίες. Η μυρωδιά της, σαγηνευτικό θυμίαμα, από το  ιερό λιβάνι της Εκάτης(Νυξ).

     Η ουράνια νύμφη αφουγκράστηκε τα πατήματα του στο πηλώδες έδαφος. Το σφύριγμα των καλαμιών καθώς το τρίχωμα του διαπερνούσε μέσα από τα σαλεμένα βούρλα.  Άξαφνα η άγνωστη θεότητα φανέρωσε το τόξο της. Τέντωσε την χορδή και σημάδεψε το άγριο κτήνος  με ένα ασημένιο βέλος ..

«Κυρά μου στάσου» αποκρίθηκε.

«Αν ήσουν συνετός θα είχες εξαφανιστεί..» τα βλέφαρα της στένεψαν, ο τόνος της φωνής της επικριτικός.

«Λένε πως η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς..  Αν πάλι υποκύπτω σε θανάσιμο λάθος,  θα δεχτώ την μοίρα μου κι ας πεθάνω εδώ. Τουλάχιστον έχω αντικρύσει το υπέρλαμπρο φεγγάρι, του οποίου το φως τα αδέρφια μου θαυμάζουν κάθε βράδυ».

«Τι πλάσμα είσαι εσύ;».

«Αυτό που βλέπεις, μα αν μου δώσεις πέντε λεπτά θα αφουγκραστείς την ιστορία μου. Κι αν επιθυμείς, μια κι είσαι εκεί ψηλά  θα ήθελα να μου πεις τι αγναντεύεις;».

     Το φεγγάρι μάζεψε το τόξο και κάθισε καταγής. Έκανε νεύμα στο Λύκο να πλησιάσει. Θαύμασε την στιλπνή γούνα του. Αν και της προκαλούσε φόβο η όψη των σουβλερών δοντιών του, οι  χρυσαφιές ίριδες του πάλλονταν στις εναλλαγές  έντασης  της αύρας της. Αν τιθάσευε τα κτηνώδη ένστικτα του, ίσως μάλιστα να ήταν κι ο πιο πιστός φίλος της.  Μα πως μπορείς να εμπιστευτείς ένα αγρίμι; Παρόλα αυτά αφέθηκε στην συντροφιά του. Του συστήθηκε ως Σελήνη και του αφηγήθηκε ιστορίες για τον Ήλιο και τους υπόλοιπους πλανήτες. Ύστερα έστρεψε το ενδιαφέρον της στους διαφορετικούς πολυπληθείς πολιτισμούς πάνω στην γη. Στην Ανατολή  γλυκοχαράζει η αυγή. Οι κάτοικοι λατρεύουν το ψάρι, πλέουν σε σχεδίες κατά μήκος του ωκεανού και  απολαμβάνουν το θερινό ηλιοβασίλεμα στην αμμουδιά των νησιωτικών συμπλεγμάτων. Στον Βορρά όπου οι πάγοι είναι αμέτρητοι κρύβονται σε σπηλιές για να αποφύγουν το ψύχος. Αναζητούν θερμές πηγές και με αυτοσχέδιες σχεδίες διασχίζουν τα ποτάμια. Κάτω στην έρημο αδυνατούν να καλλιεργήσουν, μα πλοία ελλοχεύουν σε όλη την Μεσόγειο φορτωμένα με κασσίτερο και ορυκτά. Στο Νότο οι πολεμιστές είναι τόσο δυνατοί όσο τα λιοντάρια, κυνηγούν γαζέλες κι βούβαλους. Στην Δύση εξυμνούν τα πνεύματα της γης και προσεύχονται στην Μητέρα Φύση για ευημερία. Κάθε τι έχει αξία! Οι  ψυχές των ανθρώπων έρχονται σε τούτη την πέτρα, από τον αιθερικό κόσμο για να συλλέξουν εμπειρίες. Στην πορεία της ζωής τους δημιουργούν ή καταστρέφουν. Από τα λάθη τους μαθαίνουν και συνεχίζουν το ταξίδι της αυτογνωσίας έως την ολοκλήρωση του, έως την ύστατη ανάσα.  Κάθε απόβραδο αφουγκράζεται τις ανησυχίες τους. Πως αγωνίζονται καθημερινά, ύστερα απολαμβάνουν τον κόπο τους κι άλλοτε πάλι πως παλεύουν με τις κοινωνικές ανισότητες για ένα καλύτερο μέλλον. Η προσοχή του ήταν στραμμένη στα λόγια της, ούτε που κατάλαβε πως έφτασε η στιγμή να την αποχαιρετήσει δίνοντας την θέση της στο λαμπερό Ήλιο. Θα ορκιζόταν πως αντίκρισε δυο φλεγόμενα άλογα να σέρνουν το ιπτάμενο ανάγλυφο άρμα του ανάμεσα στα σύννεφα πλημυρίζοντας με φως την οικουμένη.

     Ο Λύκος μέτρησε τις μέρες έως την επόμενη άφιξη της Σελήνης. Ο Χειμώνας ήταν βαρύς. Η κακοκαιρία, καθημερινό φαινόμενο. Οι χωρικοί είχαν ταμπουρωθεί με τα λιγοστά ζώα τους στα καλυβόσπιτα τους. Παρότι οι προμήθειες  είχαν λιγοστέψει και το κυνήγι είχε γίνει δυσεύρετο, της πρόσφερε ως δώρο το τομάρι ενός κουνελιού για να την ζεσταίνει εκεί ψηλά στον ουράνιο θόλο. Αυτή την φορά την συνόδευε ένα αρσενικό ελάφι. Τα κέρατα του όχι μόνο ήταν υπερμεγέθη αλλά εντυπωσιακές διακλαδώσεις θαρρείς πως έγλυφαν τις απολήξεις του ουρανού. Μια χρυσαφένια αύρα τύλιγε τις χρωματικές αποκλίσεις της λείας  γούνας του καθώς χτένιζε τη ράχη του με τα ακροδάχτυλα της. Γουργούρισε η κοιλιά του Λύκου. Αναρωτήθηκε την γεύση  της ζεστής σάρκας να κυλά στην γλώσσα του. Φαινόταν άλλωστε στην όψη καταπονημένος και εξουθενωμένος. Η Σελήνη διέκρινε τόσο τα πλευρά του όσο και τις αποτυπωμένες βρώμιες στο τρίχωμα του. Ένα κύμα συμπόνιας διέτρεξε το κορμί της για το αγρίμι.  Ο Λύκος δεν επιτέθηκε, πέρασε την δοκιμασία με επιτυχία!

     Το βλέμμα του φεγγαριού θλιμμένο καθώς ένα εκκωφαντικό αστραπόβροντο συγκλόνισε την πλάση σαν ισχυρός σεισμός. Ίππευσε το ελάφι και μαζί οδηγήθηκαν στην κοντινότερη σπηλιά  για να προφυλαχτούν από την οργή της καταιγίδας μιας και οι άκακες ψιχάλες μετουσιώθηκαν σε ορμητική βροχή.

«Σελήνη τι έχεις; Γιατί είσαι κακόκεφη;» ο Λύκος ψιθύρισε στιγμή που η Νυχτερινή Θεά  για να ζεσταθούν πυροδότησε ένα μικρό σωρό από κλαράκια με μια γαλάζια ενεργειακή σπίθα, η οποία πήγαζε ανέσπερα μέσα στην χούφτα της.

«Ελπίζω ο Ενδυμίων να είναι καλά. Είχαμε δώσει ως σημείο συνάντησης την σπηλιά, μα πέρασε η ώρα και ούτε ένα σημάδι».

«Ο θνητός βοσκός;»

«Θα παραμείνω μέχρι να κοπάσει, ίσως εμφανιστεί κάποια από τις επόμενες μέρες!» ομολόγησε αποκαρδιωμένη, σκεπτόμενη τα δεινά της συνεχόμενης βροχόπτωσης στον κόσμο των ανθρώπων.

«Μπορώ να τον φέρω κοντά σου» ο Λύκος αναζήτησε ένα χάδι τη θαλπωρή της λίγο πριν στραφεί προς την έξοδο του σπηλαίου.

«Όχι, μη είναι επικίνδυνο» η Σελήνη ένευσε προειδοποιητικά μα πλέον ήταν αργά.

      Ο Λύκος χάθηκε στο ξέσπασμα της αστραπής. Από ότι φαίνεται ο Δίας δυσκόλευε την αποστολή του με τους αλλεπάλληλους κεραυνούς. Κάλπασε ταχύτατα στο κακοτράχαλο έδαφος. Διέσχισε σαν σίφουνας το δάσος και κατευθύνθηκε προς τον οικισμό των ανθρώπων. Ιδιόχειρες κατασκευές από ξύλα και πλίνθους αποτελούσαν πρόχειρα μαντριά ή τμήματα των χαμόσπιτων καλυμμένα με ξερές φτέρες, λάσπη και καλαμιές όπου οι χωρικοί φυλούσαν τα ζώα τους. Ο Λύκος πήδηξε στο πρώτο παχνί που εντόπισε. Τα αρνιά βέλαξαν τρομαγμένα. Αν και το στομάχι του διαμαρτυρήθηκε, σκοπός του ήταν να βρει τον Ενδυμίωνα. Γκρέμισε ένα πρόχειρο φράκτη από κλάρες και βρέθηκε σε ένα παχνί με κατσικούλες. Ένας βοσκός κοιμόταν πάνω σε μια στρώση από σανό. Από την οχλαγωγία ξύπνησε και άμεσα ειδοποίησε το χωριό με τις αγριογκαρύδες του. Οι χωρικοί ξύπνησαν αλαφιασμένα. Στην θέα του κτήνους και με φόβο για τις περιουσίες τους, του πέταξαν πέτρες, κεραμικά ενώ με πυρσούς προσπάθησαν να το διώξουν καθώς το άγριο ζώο είχε ξεχυθεί σε ένα τρελό αγώνα δρόμου ανάμεσα στα υπόστεγα.

     Ο Ενδυμίωνας ξεπρόβαλε φέροντας το δόρυ του πίσω από ένα πεσμένο κορμό. Χρησιμοποιούταν ως ανάχωμα στην περιοχή των υλοτόμων. Προφύλασε τον οικισμό απο τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Διαισθάνθηκε την μυρωδιά του και εξακρίβωσε τον λόγο που ο ρωμαλέος άντρας είχε αιχμαλωτίσει την καρδιά του Φεγγαριού. Αν κι δεν ήταν ειδήμων περί θνητής ομορφιάς ξεχώρισε το ανάστημά του, το κρυστάλλινο βλέμμα, τις αρρενωπές γωνίες, και την αποφασιστική γραμμή των χειλιών του. Μια βαριά κάπα τον προστάτευε από το κρύο σαν περόνιαζε το κορμί από την ορειβασία δροσιά του ενώ οι δερμάτινες μπότες με δυο σειρές σκοινιά  κρατούσαν τα πέλματα του ζεστά..

«Χτύπα τον, θα μας φάει τα πρόβατα» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.

«Ενδυμίων περίμενε!» ούρλιαξε ο Λύκος.

«Μιλάς δαιμονικό πλάσμα από τα έγκατα των Ταρτάρων;» η απορία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του βοσκού.

«Με στέλνει η Σελήνη να σε πάω κοντά της».

«Λύκε με κοροϊδεύεις..» στο άκουσμα των λέξεων ο Ενδυμίωνας χρησιμοποίησε το δόρυ σαν βίτσα για να τον απομακρύνει από το οπτικό του πεδίο.

 «Θα έμπαινα σε τέτοιο πανικό χωρίς να προκαλέσω αιματοκύλισμα;» συλλογιστικέ τα λόγια του.

«Και για να έχουμε καλό  ερώτημα σε ποιο μέρος με περιμένει;» ρώτησε ο βοσκός για να επιβεβαιώσει το σημείο συνάντησης.

«Στην σπηλιά».

     O Ενδυμίωνας τον ακολούθησε.. Έτρεξε πιο γρήγορα κι από τον άνεμο εκτινάσσοντας τα όρια της αντοχής του στα ύψη. Το αγρίμι ήρθε αντιμέτωπο με την οργή των χωρικών. Κάποιος από αυτούς άρπαξε το πεσμένο δόρυ και στόχευσε με δύναμη κατά πάνω του. Η αιχμηρή του άκρη λάβωσε τα πλευρά του. Ούρλιαξε πονεμένα, μα συνέχυσε κουτσαίνοντας με την ευχή να προλάβουν να χαθούν πίσω από τα πυκνά φυλλώματα. Ο Ενδυμίωνας έσπασε την εξέχουσα λαβή και τον βοηθούσε μέχρι να φτάσουν στην σπηλιά. Δεν δίστασε να τον κουβαλήσει στην πλάτη του σαν τον εγκατέλειπαν οι αισθήσεις του, ακόμη και όταν τα γόνατα του λύγισαν από βάρος το οποίο φάνταζε ασήκωτο. Ο Λύκος κατέρρευσε στα πόδια της Σελήνης  πριν καν προλάβουν οι εραστές εναγκαλιστούν. Πλημμύρα καυτών δακρύων έτρεξαν  από τους  γαλαξίες των ματιών της.  Έτρεξε να τον ασπαστεί, ο διαπεραστικός συριγμός του αγκομαχητού του της θρυμμάτιζε την καρδιά. Η ιδέα και μόνο πως η ψυχή του εγκατέλειπε το σώμα την οδήγησε να ξεσπάσει σε λυγμούς.

«Τι είδους Λύκος είσαι εσύ;» χάιδεψε το μέτωπο του παρατηρώντας τις παλλόμενες ίριδες που  ξεθώριαζαν με την πάροδο των λεπτών.

«Κοίτα τα μάτια του. Ίσως να μην ήταν Λύκος και ποτές» ο Ενδυμίωνας γονάτισε πλάι τους.

«Οι Θεοί τον επέλεξαν. Ίσως κάποτε να ήταν άνθρωπος….» η Σελήνη θα ορκιζόταν ότι μες τα λυκίσια μάτια του αντίκριζε απεικονίσεις της καθημερινότητας ενός χωρικού έξω από το χωμάτινο καλύβι του πριν εκατό χρόνια. Άγουρος, με ηλιοκαμένο δέρμα, σε χιτώνα από πλεχτό μαλλί να μαζεύει τους καρπούς της γης και να περνά ευχάριστες στιγμές με την οικογένεια του. Να αγκαλιάζει τα παιδιά του και να γλυκοφιλά την γυναίκα του.

«…..Κι οι μοίρες να του έπλεξαν στο αδράχτι τους έναν άθλο».

«Τέτοιο φίλο δεν θέλω να χάσω. Θέλω να με συντροφεύει αιώνια κάθε φορά που ξεπροβάλλω στον ουρανό. Κι ας λένε, κι ας ορίζουν.. Κι ας είναι κυνηγός, θήραμα στων ισχυρών τα χέρια…» η Σελήνη χάιδεψε την πληγωμένη του χαίτη καθώς το αίμα κηλίδωνε τα αλαβάστρινα άκρα της. Ένας  εκτυφλωτικός πίδακας φωτός εκτινάχθηκε από ύψος της καρδιάς  της και  σαν απαστράπτουσα έκρηξη ενέργειας κατευθύνθηκε αστραπιαία προς όλες τις πλευρές του νυχτερινού ορίζοντα φωτίζοντας εντυπωσιακά την πλάση. Σαν πετάρισε τα βλέφαρα της, τα μάτια της πήραν μια φλογοβόλα αλλόκοσμη όψη. Τα μαλλιά της μετουσιώθηκαν σε πύρινες γλώσσες και η επιδερμίδα της, γέννημα του Ήλιου. Τα θεραπευτικά δάκρυα της γιάτρεψαν το τραύμα του. Η πληγή επουλώθηκε έως δια μαγείας. Ο θώρακας του φούσκωσε, η χαίτη του ορθώθηκε, το τρίχωμα του πλήθυνε και απέκτησε μια αστραφτερή λάμψη. Δεν θύμιζε σε τίποτα το σκελετωμένο κινούμενο κουφάρι, αλλά έναν φύλακα οδηγό υπό την εύνοια της Νύχτας.  Αντιθέτως η Σελήνη φάνταζε διαφορετική. Η ασημένια κόμη της έγινε πυρόξανθη. Η νεότητα της ωρίμασε περίπου μια δεκαετία.  Δεν την ένοιαξε λεπτό. Ο αγαπημένος της Ενδυμίωνας θα στεκόταν στο πλευρό της και θα την φρόντιζε κατά την επίγεια ζωή της έως ότου οι Θεοί το επέτρεπαν. Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, οι αιώνες, οι χιλιετίες θα περνούσαν με αυτή να φέρει την φωτεινή σοφία του Χρόνου στους ουρανούς ως Σκοτεινή Εκάτη..

     Αυτός είναι κι ο λόγος που οι Λύκοι αποζητούν το Φεγγάρι.

     Γοητευμένος από το χρίσμα του Φεγγαριού, ο Λύκος περιπλανήθηκε στα όρη ολάκερης της Γης αναζητώντας την περιπέτεια.  Η Σελήνη απολάμβανε τα τραγούδι του. Το διαπεραστικό ουρλιαχτό, η κραυγή του τρόμου για τους θνητούς λίγο πριν τα κτήνη ξεχυθούν για κυνήγι. Όμως στα αυτιά της ηχούσε αρμονική μελωδία, ένας διάλογος μεταξύ τους  καθώς τον συντρόφευε σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, ορίζοντας το φωτεινό μονοπάτι της περιήγησης στις χώρες αναφοράς των ιστοριών της....

Βασιλική Μπούζα 

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα