Το Βιολί https://wallpapercave.com

     Δύο καρδιές ενώθηκαν σε ένα μοιραίο βλέμμα υπό τις νότες μιας ορχηστρικής μελωδίας. Η στροφή ενός βαλς, ένα θερμό άγγιγμα, ένας εγκάρδιος εναγκαλισμός και  η σπίθα του έρωτα φούντωσε για τα καλά στα σπλάχνα δυο εραστών. Η καρδιά τους έτοιμη να φτερουγίσει για την επουράνια ευλογία της αγάπης…….

     Ανέτρεξε στη ασπρόμαυρη φωτογραφία της. Το μεταλλικό πλαίσιο της κορνίζας είχε καλυφθεί από μια στρώση σκουριάς. Έξυσε το κεφάλι του στην ενθύμηση της αγοράς της, ίσως και να είχαν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια. Η εικονιζόμενη ήταν το ίδιο γοητευτική όπως και την τελευταία φορά που την αντίκρισε. Τι κι αν τα μαλλιά της  είχαν γκριζάρει, λεύκες τούφες ξεπρόβαλλαν δειλά δειλά  και το δέρμα της αυλάκωναν ρυτίδες. Το βλέμμα της δεν είχε χάσει στιγμή την γυαλάδα του και παρά την φαινομενική κούραση της, μπορούσε να διακρίνει ψήγματα  ευτυχισμένων στιγμών στο θνητό σκαρί της .....

     Ένα πρωινό της άνοιξης την πρωτο συνάντησε τυχαία στο γειτονικό αρτοποιείο. Ο Ιάκωβος Βάλτς ήταν καθηγητής μουσικής, μόλις είχε αποφοιτήσει από την Ακαδημία Μουσικών Τεχνών της Βιέννης και με λαχταρά ξεκινούσε τις πρώτες ώρες διδασκαλίας στα μαθήματα κατήχησης του Ωδείου του Καθεδρικού Ναού της Αναστάσεως στην Νέα Υόρκη .Το βιολί που με τόσο κόπο έχει αποκτήσει από τον καθηγητή του Σεμπάστιαν Φρέντριχ, έναν γηραιό μαέστρο, γητευτή της αρμονίας, της μελωδικής έκστασης των εκκωφαντικών χρωμάτων κι τονικών αποκλίσεων φάνταζε θεόρατο στα χέρια του. Στήριζε τόσα όνειρα και ελπίδες στο δοξάρι του, κι όμως κύλησε άτσαλα μέσα από τα χέρια του και σαν τσουβάλι έπεσε στο χαλί του δαπέδου, όταν της ξέφυγε ένα ντροπαλό γελάκι, το οποίο αδυνατούσε να κρύψει πίσω από την δαντελένια βεντάλια της. "Τι ατζαμής Θεέ μου" μονολόγησε καθώς ακολούθησε και η παραλίγο πτώση της αφράτης ζυμωτής μπαγκέτας, η οποία μετά βίας ισορροπούσε  στην μασχάλη του την ώρα που ο μουσικός πλήρωνε τον φούρναρη. Μπορούσε να ερμηνεύσει τα πονηρά καταγάλανα μάτια της και να νιώσει την λουλουδένια αύρα του αρώματος της να αγγίζει τα εσώψυχα του σαν έσυρε τον ποδόγυρο της έξω από την θύρα του αρτοποιείου.

"Την αποκαλούν Μαρία Ντε Ρόουζ" του αποκτήθηκε ο αρτοποιός αντιλαμβανόμενος την ενθουσιώδη αντίδραση του νεαρού άνδρα. 

    Σήκωσε το βιολί στοργικά. Μια χορδή σπασμένη, ικανή να απορυθμίσει τους χτύπους της  καρδιάς του καθώς τα φλογοβόλα φτερά του έρωτα  πύρωσαν την ψυχή του. Η γρατζουνιά της πτώσης στην κέδρινη επιφάνεια αν και αποτελούσε ένα θλιβερό συμβάν αλλά συνάμα αξιοσέβαστο ενθύμιο της  γνωριμίας τους. Σκέφτηκε να την καλύψει με την απεικόνιση ενός λιλιπούτιου τριαντάφυλλου, αφιέρωση στο όνομα της. Παρόλα αυτά πίστευε πως η ατέλεια ορίζει την μοναδικότητα και άμεσα επιδιόρθωσε το μουσικό όργανο αδυνατώντας να το αφήσει σιωπηλό στη θήκη του.

    Κι ύστερα πραγματοποιήθηκε ο χορός στην αυλή του Κυβερνήτη Τζορτζ Κινγκ. Είχε φορέσει το καλύτερο κουστούμι του κι  κρατούσε στα λευκά γάντια το πιο κομψό καπέλο του. Μια άψογη χωρίστρα τόνιζε την μαύρη κόμη του και είχε περιποιηθεί με περίσσια χάρη το μουστάκι του. Πάση θυσία έπρεπε να της μιλήσει κι ας ράγιζε η καρδιά του σε χίλια κομμάτια σε περίπτωση που τον χλεύαζε ή τον απαρνιόταν, γεγονός  το οποίο απευχόταν. Φάνταζε αιθέρια μέσα στην βραδινή τουαλέτα της, με δύο σειρές πέρλες να τυλίγονται γύρω από το λαιμό της και άνθη να στολίζουν τον περίτεχνο κότσο της. Τα βλέμματα θαυμασμού από τους νεαρούς Αξιωματικούς της Πολιτείας έπεφταν βροχή, μα δεν περίμενε ποτέ πως η ντάμα του θα απολάμβανε την συντροφιά του. Ίσως διότι κάτι της εκμυστηρεύτηκε στο αυτί της καθώς επιδίδονταν σε χορευτικές φιγούρες.  Ίσως πάλι να ευθυνόταν ο αυθόρμητος τρόπος που την έκανε να γελά καθ’όλη την βραδιά, ίσως η συνεσταλμένη του παρουσία, μήπως οι ατσούμπαλες κινήσεις του; Το αμήχανο χιούμορ και οι ευτυχείς εκφράσεις που έπαιρνε το πρόσωπο του με κάθε της νεύμα οδήγησαν σε μια σειρά συναντήσεων.

    Κάθε μέρα την γοήτευε όλο και πιο πολύ με την ευγένεια του κι την μαεστρία του δοξαριού να δημιουργεί αριστουργηματικές εμπνεύσεις με χειρουργική επιδεξιότητα. Οι περίπατοι στο Σεντραλ πάρκ  και τα πικ νικ δίπλα στις μικρές λιμνούλες πλήθαιναν ώσπου ο φούρναρης αρραβώνιασε τους δυο ερωτευμένους υπό την χάρη της Μεγαλόχαρης και τους έστεψε συζύγους στον Ιερό Οίκο του Θεού.  Κατά τον βίο τους, δεν έλειπαν οι διαφωνίες, πολλές φορές και για ανούσια καθημερινά πράγματα όπως ούτε τα καπρίτσια κι το έντονο ταμπεραμέντο, αλατοπίπερο  στην σχέση τους. Ο ήχος του βιολιού εξημέρωνε τα τεταμένα πνεύματα και τις αθέμιτες εντάσεις κατά το απόβραδο όπου η Μαρία απολάμβανε το αφέψημα της  και ο Ιάκωβος παρακολουθούσε τις ψιχάλες της βροχής να κηλιδώνουν τα τζάμια του καθιστικού τους.

    Δεν θα ξεχνούσε ποτέ τις στιγμές της γέννησης των παιδιών του. Τα ιδρωμένα σεντόνια της κλίνης, την έκφραση της ανακούφισης της νεαρής μητέρας. Τις στιγμές του πρώτου ένθερμου εναγκαλισμού τους πλάι στο φυλλοκάρδι του. Και φυσικά τις εύθυμες εορταστικές εκδηλώσεις με άφθονο φαγητό και πιοτό. Οι εγκάρδιες νότες του βιολιού σε συνδυασμό με την ορχήστρα των φίλων μουσικών ψυχαγωγούσε έως το επόμενο ξημέρωμα τους καλεσμένους.

    Τα παιδιά μεγάλωσαν και ακολούθησαν τα δικά τους μονοπάτια. Οι ανησυχίες της εφηβείας έγιναν στίχοι και φθόγγοι στο μουσικό πεντάγραμμο του πατέρα τους. Και όταν η καρδιά τους χτυπήθηκε από τα βέλη του έρωτα, σε ξακουστά κτήματα λευκά τραπεζομάντηλα  στρώθηκαν και  γενναιόδωρα καλούδια απλώθηκαν στα γιορτινά τραπέζια των γάμων τους με το βιολί να συνοδεύει τα βήματα της ζωής τους προς το μονοπάτι της ολοκλήρωσης...

    Και να που τώρα ο Ιάκωβος ως ηλικιωμένος με παχυλό χιονόλευκο μουστάκι έστεκε αντίκρυ στην σκουριασμένη κορνίζα, με την μόνη διαφορά πως από το γείσο του τζακιού είχε πάρει τη θέση της πάνω σε κρύο μάρμαρο. Τοποθετημένη σε έναν τύμβο αφιερωμένο στον κόσμο της λήθης. Πλέον το μαγκούρι του ήταν αφημένο λοξά του τάφου της. Γονατισμένος στην ψυχρή πλάκα παρακαλούσε το δοξάρι να σωπάσει μήπως  η  αγκαλιά του θανάτου τον λυπηθεί και τον οδηγήσει στο ανήλιαγο σπήλαιο της αθανασίας, πλάι της. Την συντρόφευε στον βαθύ ύπνο της ενάρετης γαλήνης παίζοντας  για ακόμη μια φορά με το αγαπημένο του βιολί «το Βαλς της Αγάπης», όπως η Μαρία συνήθιζε να το αποκαλεί. Κάτω από τα πυκνά λευκόχρυσα φρύδια του αναδύονταν τα  γερασμένα σμαραγδένια μάτια να εξαπολύουν έναν ορμητικό καταρράκτη δακρύων. Θαρρείς του σάλευε γαλήνια η άυλη νεαρή φιγούρα της συζύγου του, καθισμένη πάνω στο μνήμα της.

    Χιλιάδες εικόνες στροβιλίστηκαν στο μυαλό του. Ολάκερη η ζωή του, οι στιγμές της αγαλλίασης μα και των εμποδίων. Ή σύντροφος του ήταν δυνατή γυναίκα, τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάλευε με τον καρκίνο. Σκληρό καρύδι, μαχήτρια μα δυστυχώς έχασε τον πόλεμο από την επάρατη νόσο. Της στάθηκε έως την ύστατη ανάσα νανουρίζοντας τη με προορισμό τα αέναα όνειρα των Ηλυσίων δια μέσω των πυλών του Άδη.  Λίγο πριν απασφαλίσει για πάντα τα βλέφαρα της, στον ώριμο νου τους  αναζωπυρώθηκε η πρώτη κοινή ανάμνηση τους ως μια ενιαία ψυχή απαλλαγμένη από υλικές απαγορεύσεις. Ήταν νέοι, γέροι και δυνατοί, σαν του χρόνου τα αβάσταχτα δεσμά να μην  είχαν αγγίξει ποτέ την φθαρτή ύπαρξη τους.  Χόρευαν βαλς μες την πιο αριστοκρατική περιβολή, ανεπηρέαστοι  από τα θνητά πάθη ακολουθώντας τα βήματα του ατέρμονου κύκλου του απείρου. 

«Πατέρα έλα, ο ήλιος σχεδόν έδυσε. Πρέπει να επιστρέψουμε σπίτι. Η γυναίκα μου ετοιμάζεται να σερβίρει το δείπνο καθώς κατέφθασε η αδερφή μου με την φαμίλια της. Τα εγγόνια σου περιμένουν πως και πως να σου πουν τα νέα τους...»αποκρίθηκε ο γιος του.

«Λίγο ακόμη παιδί μου, δεν θέλω να αφήσω μόνη την μητέρα σας. Είναι αγένεια ο καβαλιέρος να εγκαταλείπει την ντάμα πριν τη λήξη του χορού..»

"Εντάξει.. πέντε λεπτά ακόμη!" Ο γιος του τον αγκάλιασε στοργικά, τον ασπάστηκε  στον χιονόλευκο κρόταφο και του πρόσφερε την μαγκούρα του.

    Τα δάκρυα του Ιάκωβου  πότισαν το μαντήλι του. Υποβασταζόμενος επιβιβάστηκε στο όχημα του παιδιού του. Το βιολί και το δοξάρι παρέμειναν στον θαλαμίσκο της βιτρίνας του τάφου με σκοπό να της θυμίζει την υπόσχεση που έδωσε στην Μαρία την ημέρα που φούντωσε ο ερωτάς τους... Καθώς χόρευαν της είχε ψιθυρίσει «Πως θα είναι πάντα δίπλα της».

Βασιλική Μπούζα 24/7/2020

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα