Το χαμόγελο της Αγάπης https://all-free-download.com

     Φωνές και οχλαγωγία! Μια τυπική μέρα στην αγορά πριν πολλά χρόνια. Λογιών έμποροι από τις γωνιές της Μεσογείου είχαν μαζευτεί στην πλατεία της Ελευθερίας  για να πουλήσουν τις πραμάτειες τους. Διαλεχτά καλούδια και μεταξωτά μαντήλια. Καντήλια, κουβάρια για γνέσιμο, υφασμάτινα τόπια και χαλιά! Λίγο πιο πέρα διαλεχτά φρούτα και λαχανικά. Οι ψαράδες  μετρούσαν με το δράμι το βάρος των ψαριών στα καλάθια των χωρικών και οι χασάπηδες τύλιγαν σε μικρά δισάκια λουκάνικα και κρέας: «Κόσμε πάρε πάρε!».

     Πέρα λοιπόν από το χώρισμα των πάγκων, στην καρότσα μιας σούστας  καθόταν μια μελαχρινή νεαρή. Το δέρμα της ήταν ηλιοκαμένο καθώς μάζευε στάρι στους αγρούς, περιπλανιόταν στα σοκάκια της πόλης πουλώντας ψιλολοϊδια και πρόχειρα αρτοσκευάσματα. Ένας χείμαρρος από ατίθασες μπούκλες στεφάνωνε άτσαλα τους  ώμους  της και κατέληγε στο ύψος της μέσης της. Η φούστα της πλουμιστή, κεντημένη με μπαλώματα ποικίλων αποχρώσεων αντανακλούσε την ευτυχία των χρωμάτων της ίριδας. Μπροστά της, πάνω σε ένα κεντητό ριχτάρι  τοποθετημένα λογιών κατσαρολικά προς πώληση, επίσης κάνα δυο εργόχειρα, πολύχρωμες κλωστές, τελάρα και ευτελούς αξίας ασημικά ή στολίδια. Το ενδιαφέρον της ήταν στραμμένο στην επιδιόρθωση ενός παλιού κοσμήματος. Που και που κροτάλιζαν τα βραχιόλια γύρω από τους σταρένιους καρπούς της.  Η τσιγγάνα εξυμνούσε με την κρυστάλλινη φωνή της, γεμάτη πάθος και σεκλέτι μια μελωδία τα πάθη  του έρωτα, όταν  ένας περαστικός διαβάτης στάθηκε μπρος της και   περιεργάστηκε την πραμάτεια της. Φορούσε μια σκουρόχρωμη κοτλέ ζακέτα ενώ εντύπωση της έκανε το φεντόρ καπέλο του σαν σήκωσε ένα από τα ταψιά στον ήλιο να ελέγξει το γάνωμα του.

«Πάρε το είναι άριστης ποιότητας. Τα παιδιά σου δεν θα πεινάσουν. Χίλια φαγιά θα φτιάξεις και χίλιες χαρές θα ανταμώσεις!» ευχήθηκε στον άγνωστο στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

«Καλή μου κυρά, γνωρίζεις καλύτερα από για να στρώσεις το τραπέζι καλούδια απαιτεί κόπο και ιδρώτα» αποκρίθηκε ο επικείμενος πελάτης τρίβοντας το στιλπνό μούσι του.

 «Κι χρήματα να μην έχεις, με αυτά τα χέρια θα δουλέψεις τη γη και θα αποδώσει καρπούς. Δόξα το Θεό γερός είσαι! Επίπονη δουλειά, αλλά πες μου κάτι που στην ζωή δεν χρειάζεται προσπάθεια;» η τσιγγάνα χτύπησε ανάλαφρα τα μπράτσα της ως ένδειξη υπεροχής.

 «Η αγάπη… Ο σεβασμός κερδίζεται με το πέρας του χρόνου όμως αγάπη ανατέλλει σε μια στιγμή και τροφοδοτείται από την συχνότητα, την ισχυρή θέληση και την προσήλωση (φροντίδα). Αγάπη είναι ένα χαμόγελο, μια ευγενική χειρονομία. Δεν στάζεις στάλα ιδρώτα και η καρδιά σου ξεχειλίζει από ευφορία» το καστανό βλέμμα της ακολούθησε τα λεπτά χείλη του.  Ή ευχαρίστηση φώτιζε το πρόσωπο του. Ο εγκάρδιος τρόπος περιγραφής αντανακλούσε στις πράσινες ίριδες του, χαρίζοντάς της  ένα θερμό κύμα αισιοδοξίας.

«Και τρομερή ανησυχία όταν το άτομο σου κινδυνεύει ή καρδιοχτυπάς για κάποιον;» συμπλήρωσε σαρκαστικά ενθυμούμενη  το ερωτικό τραγούδι της.

«Δύσκολο πράγμα ο έρωτας, μα υπέροχο συναίσθημα στην μεγαλειότητα του» χαμογέλασε ο άντρας αναλογιζόμενος το πάθος δυο εραστών.

 «Η γιαγιά μου έλεγε πως η αγάπη όλα τα γιατρεύει, τα συνετίζει ακόμη κι αν έχουν χάσει τον δρόμο τους. Βέβαια όταν πεινάς, αγάπη είναι κι ένα τσουκάλι αχνιστός χυλός» η νεαρή γελώντας τίναξε μια τούφα πίσω από το αυτί της και φάνηκαν οι ολοστρόγγυλοι κρίκοι της.

«Τι ωραία που τα λες.  Πες μου πως αισθάνεσαι όταν προσφέρεις σε τούτα τα παιδιά;» Κοίταξε τα χαμίνια που έπαιζαν στην άκρη του πλακόστρωτου με μια ξεφτισμένη μπάλα. Παρότι ξυπόλυτα κι με ρούχα μπαλωμένα τα χαρούμενα επιφωνήματα τους πρόσδιδαν μια νότα ευτυχίας ανάμεσα στις αγριογκαρίδες των εμπόρων.

 «Χαρά».

 «Ευδαιμονία. Ακριβώς».

     Τα σαρκώδη χείλη της άνοιξαν διάπλατα  σε ένα αφθόρμητο  λαμπερό χαμόγελο, το οποίο πήγαζε από τα βάθη της καρδιάς της.  Ο νους της ανέτρεξε σε φορτισμένες συναισθηματικά εικόνες.  Όταν μαζί με τις οικογένειες τους μοιράζονταν ένα πιάτο φαγητό γύρω από το ίδιο τσουκάλι ή όταν τα δίδασκαν γραφή και ανάγνωση με ένα πινάκιο. Τα  λιγοστά βιβλία που κουβαλούσε στο ταγάρι της ώστε τα μεγαλύτερα να αφηγηθούν ιστορίες στα μικρότερα..

«Πόσο κοστίζει το κολιέ;» χαμένη στις σκέψεις της,  το ερώτημα του φάνταζε όνειρο, μα σαν το επανέλαβε, η νεαρή δίστασε να απαντήσει.

«Είναι κειμήλιο έτσι;» Οι  έντονες γραμμές της έκφρασης του συννέφιασαν.

«Ναι. Ίσως και να ακουστεί χαζό, μα η συγχωρεμένη η  γιαγιά μου μάζεψε  τις χάντρες μια μια. Τα κοχύλια όσο κι τα βοτσαλάκια από την ακτή. Γυάλισε τα μικρά κρυσταλλάκια να  αστράφτουν σαν πολύτιμα πετραδάκια».

«Δεν είναι παρά χαλίκια και λαξεμένα γυαλιά» η ειλικρίνεια του την πλήγωσε.

«Όντως, αλλά θλίβομαι όταν σπάει το σύρμα και μπλοκάρει το κούμπωμα» απάντησε θλιμμένα.

«Αν σου έδινα ένα πουγκί νομίσματα θα μου το πουλούσες; Ο ξένος παραμέρισε την ζακέτα του και φάνηκε ένα μικρό βελούδινο σακουλάκι περασμένο στην ζώνη του.

«Μα είναι εφτά φορές η τιμή του ταψιού. Μπορείτε να αγοράσετε περίπου όλη την καρότσα με τα σκεύη». Η νευρικότητα διαπέρασε την ραχοκοκαλιά της καθώς η αμηχανία την έφερε εξ απροόπτου.

«Τι σημασία έχει; Αγοράζω».

«Γιατί να δώσετε τόσα για κάτι  ευτελές ενώ  μπορείτε να αγοράσετε ένα πολύτιμο περιδέραιο από τα καλύτερα κοσμηματοπωλεία;» Το κεφάλι της έπεσε στις παλάμες της. Η αναστάτωση ήταν εμφανής. Δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το ανέκφραστο βλέμμα του ξένου μιας κι ο τόνος της φωνής του πρόσδιδε μια σκληρή απόχρωση της αυτοπεποίθησης.

«Για ένα χαμόγελο σου.  Μου προσφέρει χαρά..» ο δείκτης του ανασήκωσε το πιγούνι της. Στιγμιαία μειδίασε ελαφρά σε μπρος την θέα του νεαρού άντρα. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά.  Θαρρείς κι μια αλλόκοτη ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Την φλέρταρε. Προσπαθούσε να είναι συγκρατημένος! Τα μαγουλά της βάφτηκαν κόκκινα.

«Ελάτε τώρα. Σας παρακαλώ» ζάρωσε από  ντροπή  και μαζεύτηκε στην θέση της.

«Δεν μου απάντησες….» σταύρωσε τα χέρια γύρω από την μέση του.

«Η αλήθεια είναι πως έχω τα χρήματα ανάγκη, θα μπορούσα να αγοράσω ρούχα και καλούδια για όλους» ένας κόμπος έσφιγγε το λαιμό της. Τα ακροδάχτυλα της χάιδευαν τον κολιέ σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτυπώσουν κάθε μνήμη του αντικειμένου πριν τον φόβο του αποχωρισμού καθώς η καρδιά της αμφιταλαντευόταν.

«Μερικά λαχταριστά κουλούρια ίσως; Φρεσκοκομμένο ψωμί ή τυροπιτάρια;» ο νεαρός κύριος κοίταξε τον απέναντι πάγκο του φούρναρη. Τα καλοζυμωμένα ψωμάκια έλαμπαν. Η φαμίλια της θα χαιρόταν αν τους πρόσφερε κάθε μέρα ζεστό ψωμί με μια στρώση μέλι ή με λίγο τυρί… Σαν να επιθυμούσε  να τρυπώσει στο μυαλό της… Αναμφίβολα αποκωδικοποιούσε  τις επιθυμίες της ψυχής της.

Με μεγάλη δυσαρέσκεια να αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο της, στράφηκε αλλού προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα της από την συναισθηματική φόρτιση και  έτεινε τον κολιέ στο μέρος του.

«Ώστε λοιπόν λύγισες».

«Ναι το ξέρω, θα περιμένατε να πω όχι. Αυτό λέει βασικά η ψυχή μου. Ίσως ήδη να το μετανιώνω αλλά οι δυσκολίες….. Ας ελπίσουμε ότι ο θεός θα με συγχωρέσει και η γιαγιά μου δεν θα θυμώσει από εκεί ψηλά» μπορούσε να διακρίνει την ταραχή στην φωνή και  έναν λυγμό να συνοδεύει τα λεγόμενα της.

«Η μικρή σου περιουσία» περιεργάστηκε την ποιότητα των απαρτιζόμενων τμημάτων του κολιέ με μαεστρία.

«Περιουσία είναι η οικογένεια μου» σκούπισε την μύτη της με την αναστροφή της παλάμης της.

«Χρειάζονται φροντίδα. Καταλαβαίνω πως είναι θυσία για τα άτομα που αγαπάς».

Ο ξένος ξέδεσε το πουγκί από την ζώνη του και άδειασε το περιεχόμενο του στις χούφτες της. Τα μάτια της έλαμψαν στην θέα των νομισμάτων. Θα μπορούσε να αγοράσει τόσα αγαθά που θα διευκόλυναν την ζωή των αγαπημένων της.

«Ξέρεις κάτι; Θα έχω ένα μια ανάμνηση από σένα να με συντροφεύει στα ταξίδια μου. Και θα με κάνει να χαμογελώ πλατιά». Τύλιξε τον κολιέ ανάμεσα στα ντελικάτα ακροδαχτυλά του. Την κοίταξε στοργικά σαν να ήθελε να ομολογήσει τόσες σκέψεις στη άκρη της γλώσσας του, μα η νωπή γνωριμία τους του το απέτρεπε..

«Εγώ κύριε θα έχω πρόσχαρη χαρά γιατί τα χρήματα  είναι αέρας  και εξανεμίζονται. Ντρέπομαι που το λέω, μα σας ευχαριστώ για την ελεημοσύνη σας αλλά παραείναι αρκετά». Μικροί αλλεπάλληλοι ήχοι προσέκρουσαν την επιφάνεια του ταψιού σαν έριξε τα νομίσματα  στο εσωτερικό του και το έσπρωξε  το προς το μέρος του ξένου..

«Τότε θα περιμένω να τα αυγατίσεις ή στην καλύτερη να τα επενδύσεις όσο καλύτερα μπορείς ώστε να διευκολυνθεί η καθημερινότητα σας». Η νεαρή φάνταζε σκεπτική στο άκουσμα του.  Ίσως έμοιαζε με άθλο, μα καλούταν να αντιμετωπίσει μια νέα πρόκληση. Ανησυχούσε βέβαια στην ιδέα μην της τα κλέψει κάποιος. Από την άλλη οποιαδήποτε άμεση σπατάλη δεν δήλωνε σύνεση.

 «Λοιπόν θα κάνουμε μια συμφωνία! Να ξανασυναντηθούμε για να σου επιστρέψω τον κολιέ με το σκεπτικό ότι έχεις να μου προσφέρεις καλύτερη πραμάτεια».

«Και αν όλα πάνε κατα κρημνών; Άνθρωποι είμαστε. Η ζωή είναι απρόβλεπτη» η κοπέλα δήλωσε με ανασφάλεια .

«Όλοι χρειάζονται μια δεύτερη ευκαιρία…..» Τύλιξε απαλά τα άκρα του γύρω από τα δικά της για να κατευνάσει τις ανησυχίες της.

«…Αν και μεταξύ μας θα σου έδινα το κολιέ» συμπλήρωσε αποκαλύπτοντας ένα πονηρό μειδίαμα.

«Τι έκανε λέει;» τα βλέφαρα της γούρλωσαν!

«Πες πως δεν το άκουσες. Ε ναι, γιατί δεν μου έχεις πει το ονομά σου τόση ώρα. Αν είναι να έχω μια ευκαιρία έστω και σε αρκετό καιρό από τώρα να σε ξανασυναντήσω, δεν θα το παραλείψω».

 «Με λένε Σέβγκια, που θα πει Αγάπη».

«Σοβαρά; Τι σουρεάλ! Η αγάπη εξαγοράστηκε με λεφτά… Έτσι θα έλεγε ο κόσμος!» η έκπληξή του μετουσιώθηκε σε ειρωνικό υπαινιγμό. Ξέσπασε σε γοερά γέλια μα σύντομα η ηρεμία εξαπλώθηκε στην αυτοκυριαρχία του.

«Σας παρακαλώ».

«Μην θυμώνεις καλή μου. Το όνομά μου είναι Έρως και εδώ κι πάρα πολύ ώρα έχω χτυπηθεί από τα βέλη μου διότι η αγάπη φώλιασε στην καρδιά μου με ένα χαμόγελο, το δικό σου..Η ευλογία και το μάθημα ζωής που μοιραστήκαμε έχει ανεκτίμητη αξία… » Γονάτισε κοντά της, με μια κίνηση αφαίρεσε το καπέλο του σε μια υποτυπώδη υπόκλιση και την ασπάστηκε με λεπτότητα και φινέτσα σε ένα τρυφερό χειροφίλημα.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΜΠΟΥΖΑ 22/7/2020

 

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα