Ta Vatraxia dimitris simos  Πριν περίπου έναν χρόνο ένας φίλος με ρώτησε αν έχω διαβάσει «Τα Βατράχια» του Δημήτρη Σίμου.   «Πολύ καλός, να τον διαβάσεις. Θα σου αρέσει είναι το στυλ σου, έχει αυτό, έχει εκείνο, έχει το άλλο». Τελικά, χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος για να φτάσει το βιβλίο στα χέρια μου και να γνωρίσω από τον κοντά τον  Χρήστο Καπετάνο … αλλά όπως λένε όλα γίνονται την στιγμή που πρέπει, όχι νωρίτερα, όχι αργότερα… και η δική   μου στιγμή συνάντησης με τον κύριο Καπετάνο ήταν τώρα … και πραγματικά ήταν μία πολύ ωραία γνωριμία.

  Η ιστορία του βιβλίου σχεδόν γνωστή, καθώς δεν είναι νέα κυκλοφορία. Ένα κορίτσι 14 χρονών βρίσκεται   στα νερά του Ευβοϊκού και ο αστυνόμος Καπετάνος επανέρχεται στη ενεργό δράση, προκειμένου να λύσει το  μυστήριο του φόνου… Και η υπόθεση ξεκινά … Και όπως ο Καπετάνος, έτσι κι εγώ αρπάζω το μπλοκάκι μου, το στυλό μου και αρχίζω να κρατάω σημειώσεις … Από την πρώτη στιγμή παρασύρθηκα μαζί με τον αστυνομικό στη διαλεύκανση του φόνου. Σημείωνα ονόματα, σημείωνα τόπους, ώρες, συμπεριφορές, προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω ό,τι στοιχείο εμφανιζόταν πρώτη φορά και κυρίως να βρω την σχέση παρελθόντος και παρόντος. Κι όταν εγώ αρχίζω να συμπεριφέρομαι σαν αστυνομικός, τότε σημαίνει ότι το βιβλίο και ο συγγραφέας του με έχουν κερδίσει.

 Το πρώτο πράγμα που με κέρδισε ήταν η παράλληλη γραφή. Παρόν και παρελθόν. Μου αρέσει ιδιαίτερα η σκιαγράφηση των πρωταγωνιστών μέσα από το παρελθόν τους. Η καταγραφή όλων όσων πέρασαν και τους  οδήγησε στην δημιουργία της τωρινής τους ψυχοσύνθεσης. Επίσης, μου αρέσει πολύ να προσπαθώ να βρω ποιος είναι ο πρωταγωνιστής του τότε στο τώρα. Και ο Δημήτρης Σίμος μέσα από την ήρεμη και χωρίς εντυπωσιασμούς γραφή του μου το πρόσφερε απλόχερα. Στο τέλος του βιβλίου και με την αποκάλυψη της αλήθειας οι σκέψεις μου για τον δολοφόνο ήταν «Ναι, με όλα αυτά που πέρασε, είχε κίνητρο να εξελιχθεί έτσι».

  Η ιστορία ξεχωριστή, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων πολύ καλή, η πλοκή ιδιαίτερη και ανατρεπτική, η σύνδεση με το παρελθόν απολύτως φυσιολογική και όλα μπαίνουν στην σειρά τους, όλα βγαίνουν στο φως και η κάθαρση έρχεται. Μου άρεσε το γεγονός ότι δεν φοβήθηκε να θίξει θέματα σοβαρά, όπως η διαφθορά, το εμπόριο ναρκωτικών, το trafficking και το bulling, χωρίς να χρυσώνει το χάπι. Αποτύπωσε την πραγματικότητα, σκοτεινά μονοπάτια και υπόγεια παιχνίδια που συμβαίνουν γύρω μας, χωρίς να φοβηθεί, το μόνο ίσως που θα ήθελα θα ήταν να είναι πιο έντονα και πιο σκληρά.

  Οι χαρακτήρες ήταν όλοι σωστά τοποθετημένοι και αναπτυγμένοι. Κάθε ένας εμφανιζόταν την ώρα που έπρεπε να εμφανιστεί και κανένας δεν εμφανίστηκε μέσα στην πλοκή της ιστορίας απλά και μόνο για να γεμίσουν σελίδες. Ο Καπετάνος, ο αστυνομικός με τα προσωπικά προβλήματα, αλλά ευτυχώς όχι προβληματικός, μέθυσος, καταθλιπτικός και ό,τι άλλο μπορεί να προκύψει (με έχει κουράσει αυτό το πρότυπο να πω την αλήθεια). Ο διευθυντής της Αστυνομίας, ο Μαράκης, ο οποίος προσπαθεί να τα έχει καλά με την πολιτική εξουσία, ο συνεργάτης του Καπετάνου, ο Ορέστης, ο οποίος δεν διστάζει να πει τη γνώμη του όσο ακραία κι αν είναι. Ο Βαμβακάς ο ζόρικος αστυνομικός και η Μαρκένα, η νέα συνάδελφος που έχει να αντιμετωπίσει την καχυποψία του μέσου και του «είμαι η ανιψιά του Διευθυντή» μας παρουσιάζουν έναν μικρόκοσμο της Ελληνικής Αστυνομίας.

 Και μέσα σε αυτόν τον μικρόκοσμο ο Καπετάνος έχει να αντιμετωπίσει και όλους εκείνους που είναι έξω από αυτόν. Η σχέση του με την πρώην γυναίκα του, με την κόρη του, με τη φίλη της πρώην του, δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να εξισορροπείς δουλειά και οικογένεια. Και κυρίως πόσο δύσκολο είναι ο άλλος να καταλάβει το είδος της δουλειάς σου. Οι σκέψεις του Καπετάνου, οι εσωτερικές του αναζητήσεις για την προσωπική του ζωή και τη σχέση του με την πρώην αναλύονται τόσο όσο και όχι παραπάνω.

 Γενικότερα, ο Δημήτρης Σίμος κατάφερε με την πρώτη του συγγραφική δουλειά να είναι περιεκτικός και αναλυτικός μαζί. Κατάφερε να συνδυάσει τη λιτότητα της γραφής εκεί που έπρεπε και την ανάλυση της γραφής πάλι εκεί που έπρεπε. Δεν κουράζει, δεν πλατειάζει, δεν χάνει την ουσία εστιάζοντας σε λεπτομέρειες. Κατάφερε μέσα από την απλή και σωστή χρήση της γλώσσας να με κάνει να μεταφερθώ στην Χαλκίδα και να περπατήσω μαζί με τον στους δρόμους της, να ψάξω τις αποδείξεις του φόνου στην παραλία του Ευβοϊκού και να περπατήσω στο Αλιβέρι του 1984 και του 2010. Κατάφερε με το πρώτο του συγγραφικό εγχείρημα να θέλω να βουτήξω στα «Σκοτεινά Νερά» και να περιμένω με ανυπομονησία την νέα υπόθεση του Καπετάνου …

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα