Η Τριλογία της Νέας Υόρκης - Graphic Novel - Paul Auster

Γράφτηκε από την

Όταν το υπαρξιακό κενό αποκτά σχήμα και χρώμα

  Ένα λάθος τηλεφώνημα. Τρεις ντετέκτιβ που καταδιώκουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Μια Νέα Υόρκη που σε καταπίνει. Αν νομίζεις ότι τα graphic novels είναι μόνο    για υπερήρωες, η οπτική μεταφορά της «Τριλογίας της Νέας Υόρκης» του Πολ Όστερ (σε καλλιτεχνική διεύθυνση του Paul Karasik) ήρθε για να σου ανατινάξει      τον εγκέφαλο. Ξέχνα όσα ήξερες για τα αστυνομικά μυστήρια. Εδώ ο δολοφόνος είναι η ίδια η υπαρξιακή σου αγωνία. Εσύ θα άντεχες να χαθείς στον λαβύρινθό    της;

    Η μεταφορά της εμβληματικής «Τριλογίας της Νέας Υόρκης» του Paul Auster στον κόσμο της ένατης τέχνης αποτελεί ένα αυτόνομο οπτικό και εκδοτικό       επίτευγμα. Το άκρως εγκεφαλικό, φιλοσοφικό και μεταμοντέρνο έργο του Αμερικανού συγγραφέα, το οποίο επαναπροσδιόρισε ριζικά τους κανόνες και τα όρια     του παραδοσιακού αστυνομικού μυθιστορήματος, βρίσκει στις σελίδες αυτού του graphic novel μια συγκλονιστική, σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση. Το μεγάλο   στοίχημα αυτής της διασκευής κερδίζεται μέσα από μια ευφυή καλλιτεχνική απόφαση: το σπάσιμο της τριλογίας σε τρεις εντελώς διαφορετικές σχεδιαστικές   προσεγγίσεις. Κάθε ιστορία αντιμετωπίζεται με ξεχωριστή οπτική ταυτότητα, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τη σταδιακή ψυχική διάλυση και την απώλεια εαυτού   που βιώνουν οι ήρωες του Auster.

   1. Γυάλινη Πόλη: Η Αρχιτεκτονική Φυλακή του Μυαλού

  Στο πρώτο μέρος, τη «Γυάλινη Πόλη», το σχέδιο (David Mazzucchelli) εγκαθιστά μια αυστηρή, σχεδόν μαθηματική γεωμετρία. Οι σελίδες βασίζονται αρχικά σε     ένα άκαμπτο πλέγμα εννέα τετράγωνων καρέ, το οποίο λειτουργεί ως οπτική φυλακή για τον κεντρικό χαρακτήρα, τον συγγραφέα Ντάνιελ Κουίν. Ο Κουίν,     παγιδευμένος στο πένθος του, δέχεται ένα λάθος τηλεφώνημα και αποφασίζει να υποδυθεί έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ με το όνομα... Πολ Όστερ.

 Το graphic novel καταγράφει την οπτική του διάλυση/ Καθώς ο Κουίν βυθίζεται στην εμμονή της παρακολούθησης και προσπαθεί να χαρτογραφήσει τις κινήσεις   του στόχου του στους δρόμους του Μανχάταν, η αρχιτεκτονική ακρίβεια του σχεδίου αρχίζει να αποσυντίθεται. Οι καθαρές γραμμές μπερδεύονται και τα   καθημερινά αντικείμενα μεταμορφώνονται: ένα ακουστικό τηλεφώνου γίνεται δαίδαλος, ένα ανθρώπινο μάτι μετατρέπεται σε άδειο δωμάτιο. Το σχέδιο κάνει     ορατό αυτό που οι λέξεις απλώς υπονοούν: τη σταδιακή απώλεια της ανθρώπινης υπόστασης.

Ο Mazzucchelli καταφέρνει εδώ κάτι μοναδικό: δείχνει οπτικά πώς το αστικό τοπίο μεταβάλλεται σε έναν εσωτερικό καθρέφτη της τρέλας. Το πρόσωπο του Κουίν χάνει σταδιακά τα χαρακτηριστικά του, οι γραμμές του σβήνουν και ο ήρωας μετατρέπεται σε ένα ανθρώπινο ράκος, μια σκιά που διαλύεται μέσα στο ίδιο του το σημειωματάριο.

2. Φαντάσματα: Ένα Εξπρεσιονιστικό Παιχνίδι με τις Σκιές

Στο δεύτερο μέρος, τα «Φαντάσματα», το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Η αφήγηση περνά σε μια φασματική, σχεδόν ονειρική εικονογράφηση (Lorenzo Mattotti) που θυμίζει εξπρεσιονιστικό πίνακα. Εδώ δεν υπάρχει η γεωμετρική ασφάλεια και η λεπτομέρεια του πρώτου μέρους. Οι χώροι απογυμνώνονται από έπιπλα και αντικείμενα, οι δρόμοι στενεύουν απειλητικά και οι φιγούρες στερούνται ρεαλισμού.

Ο ντετέκτιβ Μπλου προσλαμβάνεται από τον White για να παρακολουθεί τον Black από ένα παράθυρο. Αυτή η απλή, στατική συνθήκη μετατρέπεται από τους δημιουργούς σε μια σπουδή πάνω στην αλλοτρίωση και την απομόνωση. Το σχέδιο χρησιμοποιεί έντονες, πνιγηρές αντιθέσεις του μαύρου και του λευκού.

Ο Μπλου είναι ο ερευνητής που παγιδεύεται κοιτάζοντας αδιάκοπα έξω από ένα παράθυρο. Η οπτική του απόδοση αποτελεί μια σπουδή στην αλλοτρίωση. Καθώς παρακολουθεί τον στόχο του, τον Μπλακ, αρχίζει ασυναίσθητα να μιμείται κάθε του κίνηση. Οι σκιές χρησιμοποιούνται εδώ για να δείξουν πώς ο διώκτης και το θύμα γίνονται τελικά το ίδιο πρόσωπο — ο Μπλου παύει να υφίσταται ως αυτόνομη οντότητα και μετατρέπεται στο είδωλο κάποιου άλλου.

Ο Mattotti με τον εξπρεσιονισμό αφαιρεί τον ρεαλισμό απο τον ήρωα και μετατρέπει το Μανχάταν σε ένα μινιμαλιστικό θεατρικό σκηνικό, όπου η απομόνωση επιβάλλεται στον αναγνώστη μέσα από την εικαστική απογύμνωση του κάδρου.

3. Το Κλειδωμένο Δωμάτιο: Το Βάρος της Δανεικής Ζωής

Η τριλογία κλείνει με το «Κλειδωμένο Δωμάτιο», όπου η εικονογράφηση (Paul Karasik) γίνεται πιο εσωτερική, αφαιρετική και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Το σχέδιο εστιάζει με χειρουργική ακρίβεια στις μικρές λεπτομέρειες του καθημερινού βίου — ένα ξεχασμένο χειρόγραφο, ένα βλέμμα γεμάτο καχυποψία, μια κλειστή πόρτα.

Εδώ έχουμε το απόλυτο ψυχολογικό διπλότυπο. Ο Φάνσοου, ένας ιδιοφυής συγγραφέας, εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω του το έργο του. Ο ανώνυμος αφηγητής, παιδικός του φίλος, αναλαμβάνει να εκδώσει τα βιβλία του. Σύντομα όμως, παίρνει τη γυναίκα του Φάνσοου, το παιδί του και, τελικά, την ίδια του την ταυτότητα. 

Ο Karasik υιοθετεί μια εσωτερική, underground τεχνοτροπία, εστιάζοντας εμμονικά σε καθημερινές λεπτομέρειες (ένα βλέμμα, μια κλειστή πόρτα). Τα καρέ του θολώνουν τα όρια ανάμεσα στο παρόν και τη μνήμη, την πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση, δείχνοντας πώς το μυαλό του ήρωα μετατρέπεται σταδιακά σε ένα δωμάτιο χωρίς διέξοδο. Το σχέδιο αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο την κλειστοφοβική αγωνία ενός ανθρώπου που συνειδητοποιεί ότι ζει μια «δανεική» ζωή, στοιχειωμένος από την απουσία κάποιου άλλου, τρέμοντας τη στιγμή που η αλήθεια θα ξεκλειδώσει την πόρτα.

Η Νέα Υόρκη δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απλό, διακοσμητικό φόντο των ιστοριών. Μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό χαρακτήρα γεμάτο σκιές και τυφλά σημεία. Είναι μια πόλη-καθρέφτης, ένας αστικός λαβύρινθος που δεν οδηγεί πουθενά, αλλά αντίθετα καταπίνει τους ήρωες, αναγκάζοντάς τους να κυνηγήσουν τον ίδιο τους τον εαυτό

Αν ανοίξετε αυτό το βιβλίο περιμένοντας μια κλασική ιστορία μυστηρίου με γραμμική πλοκή, στοιχεία, καταδίωξη και μια λυτρωτική λύση στο τέλος, θα βρεθείτε προ εκπλήξεως. Ο Paul Auster δεν ενδιαφέρεται για το «ποιος το έκανε», αλλά για το «ποιοι είμαστε» όταν αφαιρεθούν οι βεβαιότητές μας. Εδώ, ο πραγματικός δολοφόνος είναι η ίδια η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου.

Πρόκειται για μια κορυφαία αναγνωστική εμπειρία και μια απόδειξη ότι όταν η σπουδαία λογοτεχνία συναντά το ανατρεπτικό σκίτσο, το αποτέλεσμα δεν είναι μια απλή εικονογράφηση, αλλά μια νέα, συναρπαστική μορφή τέχνης. Ένα graphic novel απαραίτητο για όσους λατρεύουν τα υπαρξιακά νουάρ και τις ιστορίες που σε στοιχειώνουν για μέρες αφού κλείσεις το βιβλίο.

Η Τριλογία της Νέας Υόρκης επαναπροσδιορίζει τα όρια της ένατης τέχνης. Μας υπενθυμίζει ότι οι πιο σκοτεινοί δαίδαλοι δεν κρύβονται στους δρόμους της μεγαλούπολης, αλλά στις λευκές σελίδες της ίδιας μας της συνείδησης. Ένα οπτικό αριστούργημα που θα σε στοιχειώνει για καιρό. Εσύ, τελικά, θα άντεχες να κοιτάξεις μέσα στον καθρέφτη του;

 

 

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα