Η ψυχολογική αποσύνθεση ενός συγγραφέα!

        Στις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς η κλασική βικτοριανή ιστορία φαντασμάτων έδινε τη θέση της στον     μοντερνισμό, ο Oliver Onions παρέδωσε ένα έργο-σταθμό για τη λογοτεχνία του τρόμου. Στο «Κάλεσμα      της Οπτασίας», ο φόβος δεν κρύβεται πίσω από φτηνά τεχνάσματα, λευκά σεντόνια ή απόκοσμους            δαίμονες. Πηγάζει απευθείας από τις πιο σκοτεινές και ανεξερεύνητες γωνιές του ανθρώπινου μυαλού,        με φόντο ένα παρακμιακό, αστικό σπίτι στο Λονδίνο.

      Η ιστορία παρακολουθεί τον συγγραφέα Πολ Όλερον, ο οποίος στην προσπάθειά του να ξεφύγει από      το τέλμα της καθημερινότητάς του, μετακομίζει σε ένα επιβλητικό αλλά απομονωμένο παλιό οίκημα. Όταν    η φίλη του, Έλσι, τον επισκέπτεται, μια σειρά από ανεξήγητα, μικρά ατυχήματα την κάνουν να νιώσει ότι   ο χώρος την απορρίπτει. Παρά τις προειδοποιήσεις της για μια διάχυτη κακία που ελλοχεύει στους   τοίχους, ο Όλερον γοητεύεται και τελικά παρασύρεται σε μια νοσηρή εμμονή με την αόρατη, θηλυκή     οντότητα του σπιτιού: την Οπτασία.

     Ο Onions ανατρέπει το κλισέ του στοιχειωμένου σπιτιού ως απλού σκηνικού και το μετατρέπει σε έναν      ζωντανό, παρασιτικό οργανισμό. Για τον Oliver Onions ο τρόμος δεν πηγάζει από τα λευκά σεντόνια,          τους σκελετούς και τους δαίμονες του σκοταδιού, αλλά μέσα από τις σκοτεινές, ανεξερεύνητες πτυχές της   ανθρώπινης ψυχής. Το παραδοσιακό γοτθικό κάστρο αντικαθίσταται από ένα παρακμιακό αστικό σπίτι   στο Λονδίνο. Έτσι, ο τρόμος μετατοπίζεται από το «τι υπάρχει στο σκοτάδι» στο «πώς το σκοτάδι επηρεάζει την ανθρώπινη συνείδηση».

Με μια γλώσσα σχεδόν αρχιτεκτονική, περιγράφει διαδρόμους και σκονισμένες σκάλες που μοιάζουν να συστέλλονται ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ήρωα. 

Η Οπτασία δεν επιτίθεται βίαια• ναρκώνει τον Όλερον με μια αισθησιακή υπόσχεση ολοκλήρωσης, απαιτώντας την ψυχή του και την πλήρη αποκοπή του από τον έξω κόσμο.

Η αφηγηματική στρατηγική του Onions βασίζεται σε μια τέλεια ισορροπία: καμία από τις δύο πιθανές ερμηνείες δεν μπορεί να εκτοπίσει την άλλη. Εκεί που ο αναγνώστης είναι έτοιμος να παραδοθεί στην παρουσία ενός φαντάσματος, μια κλινική λεπτομέρεια έρχεται να υπογραμμίσει την ψυχική κατάρρευση του ήρωα. Και αμέσως μετά, όταν όλα μοιάζουν να εξηγούνται μέσω της τρέλας, ένα αδιαμφισβήτητο, αντικειμενικό γεγονός επιβεβαιώνει το υπερφυσικό. Αυτό το διαρκές νοητικό εκκρεμές προκαλεί έναν εσωτερικό ίλιγγο, ο οποίος αντανακλά απόλυτα την απώλεια ελέγχου που βιώνει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής.

Ο Όλερον επιλέγει την Οπτασία, επιλέγοντας ουσιαστικά την οριστική του αποξένωση από τον κόσμο. Όσο προχωρά η συγγραφή, το έργο του παραμορφώνεται: οι ζωντανές μορφές που είχε συλλάβει αρχικά σβήνουν, δίνοντας τη θέση τους σε σκιές, και το βιβλίο μετατρέπεται σε έναν σκοτεινό ύμνο για το αόρατο πλάσμα. Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο ότι η απόλυτη αφοσίωση σε μια ιδέα, όταν αποκόπτεται από τη ζωντανή ανθρώπινη εμπειρία, είναι θανατηφόρα.

Το τέλος της νουβέλας παραμένει ένα από τα πιο παγωμένα, δυσοίωνα και ταυτόχρονα κομψά κλεισίματα της λογοτεχνίας του τρόμου. Αποφεύγοντας τις φτηνές εντυπώσεις ή τις θεατρικές κορυφώσεις, ο Onions αφήνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μια εικόνα απόλυτης ερήμωσης. Η μοίρα των χαρακτήρων σφραγίζεται βουβά, μέσα από μια σιωπηλή, σχεδόν αδιάφορη εξαφάνιση στους τοίχους του σπιτιού — του μόνου πραγματικού νικητή αυτής της αναμέτρησης.

Το Κάλεσμα της Οπτασίας δεν είναι μια απλή ιστορία φαντασμάτων για εφήμερες ανατριχίλες. Πρόκειται για μια βαθιά, σχεδόν χειρουργική ανατομία της ανθρώπινης ευαλωτότητας• μια προειδοποίηση για τα σκοτάδια της απόλυτης απομόνωσης και ένας θρήνος για τον δημιουργό που έχασε τις ισορροπίες του ανάμεσα στον κόσμο των ιδεών και την πραγματικότητα.

Σήμερα, εκατό και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, το έργο διατηρεί τη δύναμή του ανέπαφη. Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου η ψηφιακή αποσύνδεση, η μοναξιά της μεγαλούπολης και η καταφυγή σε μια ιδεατή, εικονική πραγματικότητα απειλούν να αντικαταστήσουν την αληθινή επαφή, η πτώση του Πολ Όλερον μοιάζει τρομακτικά επίκαιρη.

Ο Oliver Onions μας ψιθυρίζει ότι τα πιο επικίνδυνα φαντάσματα δεν παραμονεύουν σε ξεχασμένα νεκροταφεία, αλλά είναι εκείνα που εμείς οι ίδιοι καλωσορίζουμε στα σπίτια και στο μυαλό μας, τη στιγμή που αποφασίζουμε να κλείσουμε την πόρτα στον υπόλοιπο κόσμο. Ένα διαχρονικό αριστούργημα, απαραίτητο για κάθε υποψιασμένο αναγνώστη που αναζητά τον τρόμο μέσα από το ψυχολογικό βάθος.

Χρυσή-Σίσυ Αγγελίδου

Από Κομοτηνή και Καλαμάτα, κατέληξα στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, μετανάστρια του έρωτα. Λατρεύω τα ταξίδια και έχω γυρίσει σε πολλά - πολλά μέρη. Αλλά πάνω από όλα λατρεύω τα ταξίδια της ψυχής! Και έχω κάνει πολλά! Μέσα από την μοναδική, παντοτινή, ανεκτίμητη αγάπη για τα βιβλία. Αυτή την αγάπη -και όχι μόνο- θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Διαβάστε περισσότερα