«Είμαι η Ζιζέλ.
Έχω δυο αδελφούς και μια αδελφή. Μ’ αρέσει το διάβασμα και το σχολείο και θέλω να έχω χρόνο για τον εαυτό μου. Σιχαίνομαι το γάλα, τα υποχρεωτικά φιλιά και τα αγόρια που δεν μαζεύουν ποτέ το τραπέζι. Αυτό που με ξεσηκώνει περισσότερο στον κόσμο είναι η αδικία! Θέλετε παραδείγματα; Έχω άπειρα παραδείγματα.
Σ’ αυτό το κόμικ, η μικρή Ζιζέλ μιλάει μέσα από την καρδιά της για θέματα που την προβληματίζουν: την εκπαίδευση των κοριτσιών και των αγοριών, τη συναίνεση, τον Θεό, την περίοδο, τα χρήματα…» (οπισθόφυλλο).
Υπάρχουν παιδικά λογοτεχνικά βιβλία που ψυχαγωγούν, βιβλία που καθοδηγούν και βιβλία που φωτίζουν τον εσωτερικό κόσμο του παιδιού με τρόπο αληθινό, άμεσο και ουσιαστικό. Το «Εγώ, η Ζιζέλ» ανήκει αναμφίβολα στην τρίτη κατηγορία. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή του αποτελεί μια ζωντανή κατάθεση σκέψεων, συναισθημάτων και μικρών καθημερινών στιγμών που –χωρίς στόμφο και διδακτισμό– σκιαγραφούν την ψυχή ενός παιδιού που αναζητά τον εαυτό του.
Το μεγαλύτερο λογοτεχνικό επίτευγμα του βιβλίου είναι η αυθεντικότητα της Ζιζέλ. Η ηρωίδα σκέφτεται και μιλά όπως πραγματικά μιλούν τα παιδιά: με αυθορμητισμό, ειλικρίνεια, χιούμορ, αλλά και με εκείνες τις ξαφνικές βουτιές στην ενδοσκόπηση που μόνο ένα παιδί ξέρει να κάνει, όταν ο κόσμος γύρω του μοιάζει μεγαλύτερος και πιο περίπλοκος από όσο μπορεί να χωρέσει η φαντασία του.
Με γλώσσα αβίαστη, καθημερινή και ιδιαίτερα εκφραστική, ο αναγνώστης αισθάνεται πως ακούει ένα παιδί να του ανοίγει την καρδιά του – όχι έναν ενήλικο που μιμείται παιδικό λεξιλόγιο.
Εξίσου σημαντική είναι και η χρήση του χιούμορ ως μηχανισμός αυτοπροστασίας. Η Ζιζέλ σχολιάζει τον κόσμο γύρω της με μια ευφυή, συχνά αυτοσαρκαστική ματιά. Το χιούμορ δεν λειτουργεί απλώς για να ελαφρύνει τη διάθεση· αποκαλύπτει το πώς το παιδί διαχειρίζεται την αμηχανία, την ανασφάλεια, τις προσδοκίες των άλλων. Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφική πρόθεση υπερβαίνει τα στενά όρια μιας τυπικής παιδικής ιστορίας και αγγίζει μια πιο βαθιά, καθολική εμπειρία: την προσπάθεια κάθε ανθρώπου να βρει τη θέση του.
Στο παιδαγωγικό επίπεδο, το βιβλίο προσφέρει ένα εξαιρετικό υπόβαθρο για συζήτηση γύρω από την ταυτότητα, τη φιλία, τα όρια και την αυτοεκτίμηση. Η Ζιζέλ δεν παρουσιάζεται ως «υπόδειγμα χαρακτήρα», αλλά ως ένα παιδί που κάνει λάθη, παρεξηγείται, μαθαίνει, ξαναδοκιμάζει. Αυτή η μη εξιδανικευμένη παρουσίαση αποτελεί πολύτιμη αφορμή για να αναγνωρίσουν τα παιδιά δικές τους σκέψεις και φόβους, να καταλάβουν ότι η αβεβαιότητα είναι φυσιολογική, ότι οι σχέσεις χτίζονται μέσα από δοκιμές και ότι η αποδοχή του εαυτού είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη.
Επιπλέον, το βιβλίο έχει το προνόμιο να λειτουργεί σε δύο αναγνωστικά επίπεδα:
– για τα παιδιά αποτελεί μια ιστορία γεμάτη αναγνωρίσιμες εμπειρίες και συναισθηματικές διακυμάνσεις·
– για τους ενήλικες αναγνώστες αποκαλύπτει με συγκινητικό τρόπο πόσο σύνθετος και πλούσιος είναι ο παιδικός ψυχισμός, συχνά πέρα από όσα αντιλαμβανόμαστε στην καθημερινότητα.
Το «Εγώ, η Ζιζέλ» δεν είναι απλώς ένα καλογραμμένο παιδικό βιβλίο. Είναι ένα κείμενο που χαρίζει χώρο στη φωνή του παιδιού, της δίνει υπόσταση, βάθος και κύρος. Θυμίζει στους ενήλικες ότι η παιδική ματιά είναι ταυτόχρονα απλή και σοφή, ενώ δίνει στα παιδιά τη βεβαιότητα ότι οι σκέψεις τους αξίζουν να ακουστούν.
Ένα βιβλίο τρυφερό, ειλικρινές και εξαιρετικά επίκαιρο – ένας ύμνος στην αθωότητα που συναντά τη συναισθηματική ωριμότητα.